Μια Ανάσα από τον Νέο Κόσμο

24 Δεκεμβρίου 2012

Η νυχτερινή πάχνη είχε κατακάτσει στα πεζοδρόμια της ιστορικής οδού Μπέηκερ, στο Λονδίνο. Ήταν Παραμονή Χριστουγέννων και όλος ο κόσμος είχε σχολάσει νωρίς, να απολαύσει τις γιορτές με τις οικογένειες τους. Οπότε, με εξαίρεση τα εκτός υπηρεσίας λεωφορεία που περνούσαν κάθε λίγο, ο δρόμος ήταν έρημος σαν νεκροταφείο. Η μόνη εξαίρεση ήταν ένας ψηλός τύπος με ένα μακρύ χειμερινό μπουφάν με κουκούλα, που περπατούσε μόνος του προς ένα αχούρι καφενείο απέναντι από το Μουσείο Χόλμς. Ο τύπος έριξε μια σύντομη ματιά μέσα από την τζαμαρία και πέρασε μέσα.

Πήγε και κάθισε σε ένα απομονωμένο, γωνιακό τραπέζι, ήδη πιασμένο από έναν παχουλό άντρα με κοκκινωπά μαλλιά και γενειάδα, ο οποίος έπινε μια μπύρα, περιμένοντας τον φίλο του. Οι δυο τους κοιτάχτηκαν ο ένας τον άλλον για λίγο, μέχρι που ο κοκκινομάλλης παράτησε το ποτήρι του, σταύρωσε τα χέρια του και μίλησε αμήχανα.

«Επιτέλους ήρθες, Άλ,» είπε με μια βαθιά Ιρλανδέζικη προφορά, «Νόμιζα ότι δε θα εμφανιζόσουν ποτέ…»

'Καλησπέρα και σε σένα, Δρ Σω,' είπε ο τύπος ονόματι Αλ με ψυχρή φωνή, χαμηλώνοντας την κουκούλα του, αποκαλύπτοντας το χλωμό πρόσωπο ενός γυμνασμένου άντρα γύρω στα τριάντα-πέντε, με αχτένιστα σκούρα μαλλιά και ένα λεπτό, φινετσάτο μουστάκι σαν οδοντόβουρτσα. Τα στρογγυλά γυαλιά του έδιναν την εντύπωση ενός επιστήμονα, σε αντίθεση με την φυσική του εμφάνιση, με τους εξασκημένους μυς και πελώριους ώμους του, η οποία, από μακριά, θύμιζε έναν σκληραγωγημένο αθλητή. Τα καστανά μάτια του ωστόσο, κρυμμένα πίσω από τα στραβά γυαλιά του, είχαν μια βαθιά, στοιχειωμένη έκφραση, λες και τον βασάνιζε κάποιο επώδυνο παρελθόν.

«Από πότε με αποκαλείς Δρ Σώ;» ρώτησε ο άνθρωπος ονόματι Σω, προσπαθώντας να τραβήξει την προσοχή του φίλου του, του Άλαν. Ο Δρ Άλαν Τζόνσον, ένας αποσυρμένος πεζοναύτης του Βασιλικού Ναυτικού, ήταν καθηγητής στο Βασιλικό Πανεπιστήμιο Λονδίνου. Ένας θαρραλέος τυχοδιώκτης και αφιερωμένος περιβαλλοντολόγος, γεννημένος στο Λονδίνο, δίδασκε ζωολογία και βοτανολογία, με σκοπό να στρέψει την προσοχή των φοιτητών του στην σημασία της προστασίας του περιβάλλοντος, τώρα πια σε κίνδυνο από τον υπερπληθυσμό και την υπερεκμετάλλευση του σύγχρονου κόσμου.

Ο φίλος και συνάδελφος του, ο Δρ Ντέρεκ Σω ήταν Ιρλανδέζικης καταγωγής, γιος μεταναστών από το Μπέλφαστ, και καθηγητής Μηχανολογίας στο ίδιο πανεπιστήμιο. Ένας ευφυέστατος μηχανολόγος και φυσικός, η ειδικότητα του εστιαζόταν στο σχεδιασμό μηχανών και συστημάτων προώθησης. Οι δυο τους ήταν κολλητοί από παιδιά, έχοντας πρωτογνωρισθεί σαν ορφανά και φτιάχνοντας τη ζωή τους μαζί. Ο Άλαν είχε επίσης παντρευτεί και απέκτησε οικογένεια, μέχρι πριν περίπου ένα χρόνο όταν η ζωή του είχε ξαφνικά πάρει τον κατήφορο.

«Κοίτα δω, Ντίκ, δεν ήρθα δω για παιδιαρίσματα,» είπε ενοχλημένα ο μελαχρινός επιστήμονας, «Λοιπόν, έχεις την καλοσύνη να κόψεις τις αηδίες και να μου πεις, τι στο διάολο με φώναξες εδώ κάτω τέτοια ώρα; Έχω πιο σημαντικά πράγματα να κάνω στο σπίτι, ξέρεις!» Συνέχισε να αποφεύγει το βλέμμα του φίλου του, κοιτάζοντας ξέγνοιαστα προς την τζαμαρία. Ο Ντέρεκ Σω κοίταξε λυπημένα τον δύστυχο φίλο του, τον οποίον αγωνιζόταν να βγάλει από το καβούκι μιζέριας στο οποίο κρυβόταν από εκείνη την τρομερή μέρα.

«Άλ, μπορείς να πάψεις να κάνεις λες και είσαι για δέσιμο και να με κοιτάξεις, σε παρακαλώ; Για τον περασμένο χρόνο έχεις γίνει πιο ιδιότροπος και από τον πιο παρανοϊκό ερημίτη! Πήγες και άκουσες την λεγόμενη συμβουλή αυτού του καθάρματος του Πρύτανη και παραιτείσαι, κυριολεκτικά πέταξες ολόκληρη την καριέρα σου, την οποία έφτιαξες με τόσο κόπο, έξω από το παράθυρο, μόνο για να καταλήξεις ένας αποκλεισμένος μέθυσος, στα πρόθυρα χρεοκοπίας!»

«Αυτή ήταν δικιά επιλογή, Ντικ, όχι δική σου!» είπε ο Άλαν με αδιαφορία, ανάβοντας ένα σπίρτο στο κάτω μέρος του τραπεζιού να κάνει τσιγάρο. Σκασίλα του μεγάλη που δεν επιτρεπόταν εδώ μέσα. Πήρε λίγες βαθιές εισπνοές, λες και το τσιγάρο ήταν χαλαρωτικό φάρμακο, «Μετά την κηδεία, δεν μπορούσα να συνεχίσω άλλο, με τις αναμνήσεις της Μαίρης και της Λούση να με βασανίζουν χωρίς τέλος…»

14 Μαρτίου 2011

Ένα τζιπ ακολουθούσε τον επαρχιακό δρόμο, με προορισμό το χωριό Σίντμοντον. Η οικογένεια Τζόνσον ήταν σε εκδρομή, καθ'οδον να επισκεφθούν έναν συνάδελφο του Άλαν, τον Δρ Κόουλ Ντρέηκ, στο εξοχικό του. Ο Ντέρεκ, ο νονός της μικρής Λούση, της κορούλας του Άλαν και της Μαίρη, ήταν επίσης μαζί τους.

Είχαν περάσει τρεις μήνες από το τέλος της σύγκρουσης μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Μετά από τρία μακρινά χρόνια σφαγής και εχθροπραξιών, η κυβέρνηση από πραξικοπηματίες της Κίνας και της Ρωσίας είχαν τελικά χάσει τον αγώνα τους να κατακτήσουν όλη την υφήλιο με τις παράνομες πυρηνικές κεφαλές τους μαζικής καταστροφής, και υπέγραψαν ειρήνη με τις ΗΠΑ και τους Ευρωπαίους συμμάχους της. Ο Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος, όπως είχε ονομαστεί αυτός o πρώτος πυρηνικός πόλεμος της ιστορίας, είχε κοστίσει τις ζωες σχεδόν μισού δισεκατομμυρίου ανθρώπων παγκοσμίως, αφήνοντας πίσω έναν ρημαγμένο κόσμο με μια διαλυμένη παγκόσμια οικονομία να συνέλθει.

Ο Άλαν είχε επιστρέψει από την Κίνα, όπου είχε υπηρετήσει σαν στρατολογημένος πεζοναύτης στην εισβολή, έχοντας περάσει πολλούς μήνες σαν αιχμάλωτος πολέμου σε στρατόπεδο συγκεντρώσεων, καταχαρούμενος που είχε γυρίσει στην οικογένεια του. Μετά την αποστράτευση του από τον στρατό, είχε γυρίσει στην πολιτική ζωή, αποφασισμένος να παραμείνει κοντά στην οικογένεια του από δω και στο εξής.

Ένα μελαχρινό κοριτσάκι περίπου εφτά χρονών, με καστανά μάτια, ολόιδια με του πατέρα της, τράβηξε το μανίκι του Άλαν, δείχνοντας το λόφο του Γουότερσιπ, «Μπαμπά, εκεί δεν είναι η φωλιά του Βασιλιά Φουντούκι;»

«Μα και βέβαια είναι, τζουτζούκα,» απάντησε ο καταχαρούμενος Άλαν, παίζοντας με τα μαλλιά της κορούλας του με το ένα χέρι, το άλλο σφιχτά πάνω στο τιμόνι, «Μιας και το φέρνει η κουβέντα,» συνέχισε, καθώς του ήρθε μια ξαφνική ιδέα, «Μόλις πάρουμε τον Κόουλ από την Φάρμα της Καρυδιάς, ας ανέβουμε το λόφο και να κάνουμε το πικνίκ μας εκεί πάνω. Τι λες, γλυκιά μου;» Κοίταξε την γυναίκα του, που χαμογέλασε.

«Θα μας άρεσε πολύ, αγάπη μου.»

Όμως, φτάνοντας στο σημείο του ραντεβού, όπου θα συναντούσαν τον Ντρέηκ, τον βρήκαν άφαντο. Ο Ντέρεκ γύρισε τα μάτια του, «Αργοπορημένος, όπως πάντα. Μάλλον ταμπουρωμένος πάλι στο εργαστήριο του…»

Ξαφνικά, κάτι περίεργο τράβηξε την προσοχή τους: στο βάθος, πίσω από τα δέντρα βρισκόταν η ερειπωμένη Φάρμα της Καρυδιάς, η οποία υποτίθεται πως ήταν εγκαταλελειμμένη εδώ και χρόνια. Όμως, τώρα, μπορούσαν να δουν καπνό πίσω από τα δέντρα όπου ήταν το αγρόκτημα.

«Περίεργο, Ντικ,» μουρμούρισε ο Άλαν, δείχνοντας στον φίλο του τον μυστηριώδη καπνό, «Ποιος θα ήθελε να αγοράσει αυτό το αχούρι, με αυτά τα καινούργια διαμερίσματα που πουλάνε για πενταροδεκάρες στο Νιούμπερι;» Ο Ντέρεκ κούνησε το κεφάλι του.

«Ξέρω γω, Άλ; Μπορεί να είναι καμιά άλλη ομάδα άστεγων που χρησιμοποιεί το μέρος για καταφύγιο, όπως εκείνη η αποθήκη που είδαμε πίσω στην πόλη. Με τη μισή χώρα ισοπεδωμένη, καθόλου απίθανο να συναντάμε άστεγους χωμένους σε κάθε ποντικότρυπα που στέκεται ακόμη, για τα επόμενα δέκα χρόνια…» Όμως, ο Άλαν, ένας άνθρωπος με δυνατό ένστικτο καχυποψίας, μυριζόταν κάτι, και έκανε στροφή, ακολουθώντας το χωματόδρομο που οδηγούσε στο εγκαταλελειμμένο αγρόκτημα.

«Κάτι μου βρωμάει εκεί μέσα, Ντικ,» είπε, καθώς εμφανίστηκε το αγρόκτημα μπροστά τους, όλα τα χτίσματα του κλειστά, σαν εγκαταλελειμμένα, με εξαίρεση τον καπνό που ερχόταν από την καπνοδόχο του παλιού αγροτόσπιτου, «Είναι λες και όποιος είναι εκεί μέσα δε θέλει να τον δει κανείς… Μπας και είναι καμιά άλλη συμμορία ανταρτών που χρησιμοποιούν το μέρος σαν κρησφύγετο;»

Όντως, ακόμη και μετά το τέλος του πολέμου, υπήρχαν ακόμη πολλά περιστατικά με Κινέζους βομβιστές, αντάρτες αποφασισμένοι για αντίποινα. Μόλις τις προάλλες είχε σημειωθεί μια άγρια επίθεση, όπου είχαν ανατινάξει το αμάξι ενός υπουργού στην Πλατεία Τραφάλγκαρ, σκοτώνοντας δώδεκα άτομα. Ως εκ' τούτου, στρατός και αστυνομία είχαν σκληρύνει τα μέτρα ασφάλειας σε όλη τη χώρα, συμβουλεύοντας τους πάντες να καταγγείλουν οτιδήποτε ύποπτο αμέσως στις αρχές.

«Μάλλον υπάρχει μόνο ένας τρόπος να μάθουμε με σιγουριά…»

Ακολούθησαν τον χωματόδρομο, μεχρι που έφτασαν μπροστά στην κλειστή πόρτα του κήπου. Από κει, είχαν μια καλή θέα του αγροκτήματος. Το μέρος έδινε κάθε εντύπωση ενός εγκαταλελειμμένου χώρου: το αγροτόσπιτο ήταν καλυμμένο με τσουκνίδες και βρύα, όπως και ολόκληρος ο ακλάδευτος κήπος και η φυτεία, με μια ταμπέλα στο σκουριασμένο φράκτη να προειδοποιεί τους παραβάτες ότι απαγορεύεται η είσοδος. Η μόνη ένδειξη ζωής ήταν ο καπνός που έβγαινε από στην καμινάδα. Αν ήταν κάποιος εκεί μέσα, θα το μάθαιναν σύντομα. Ο Άλαν βγήκε από το αμάξι μαζί με τον Ντέρεκ.

«Εντάξει, αγάπη μου, εμείς πάμε να ρίξουμε μια γρήγορη ματιά. Μάλλον, δε τρέχει τίποτα΄ αν όμως ακούσετε τίποτε φασαρίες, φύγετε αμέσως και πηγαίνετε στην αστυνομία,» είπε στην Μαίρη, ρίχνοντας της τα κλειδιά.

«Σε παρακαλώ, να προσέχετε, Άλαν.»

«Θα προσέχουμε, μωρό μου, μην φοβάσαι.»

Περνώντας μέσα από την πυκνή βλάστηση, βρήκαν μια τρύπα στο φράκτη και μπήκαν στον κήπο. Ο Άλαν πλησίασε για μια ματιά μέσα από μια χαραμάδα στο ταμπουρωμένο παράθυρο του σπιτιού, αλλά είδε μόνο σκοτάδι μέσα. Δοκίμασε να κτυπήσει την πόρτα αλλά κανείς δεν απάντησε. Ξαφνικά, ο Ντέρεκ, που είχε πάει να ρίξει μια ματιά στις ερειπωμένες αποθήκες, ήρθε τρέχοντας.

«Έλα να δεις εδώ! Έχουμε ολόκληρο σφαγείο εκεί μέσα!»

Οδήγησε τον Άλαν στην ανοικτή πόρτα του μισογκρεμισμένου στάβλου, όπου αντίκρισαν ένα φρικτό θέαμα: στοιβαγμένα σε σειρές υπήρχαν πλαίσια από μπαμπού, όπου τα δέρματα ζωών, κυρίως αλεπούδων, ήταν καρφωμένα για στέγνωμα. Σκάφες με ζεστό νερό, κόκκινο με αίμα, καθώς και αρκετές σακούλες με οστά και σωθικά ζώων, ήταν σκορπισμένα τριγύρω. Κρεατόμυγες και σκουλήκια τσιμπολογούσαν τα φρικτά εκθέματα του βυρσοδεψείου. Αηδιασμένοι από την ανυπόφορη δυσωδία, έτρεξαν έξω να ξεράσουν.

«Λαθροκυνηγοί, Ντικ,» μουρμούρισε ο Άλαν στον Ντέρεκ, ο οποίος είχε γίνει καταπράσινος από την αηδία, σκουπίζοντας το στόμα του στο μανίκι του, «Φαίνεται πως η μαύρη αγορά όντως ανθίζει μέσα σε αυτό το μεταπολεμικό χάος.»

«Ναι, ας του δίνουμε από δω! Μη μας τσακώσουν να χώνουμε τη μύτη μας εδώ πέρα,» μουρμούρισε ο Ντέρεκ ανήσυχα, «Να βρούμε ένα καρτοτηλέφωνο και να καλέσουμε την αστυνομία…» Προτού προλάβουν να κάνουν βήμα όμως, μια εχθρική φωνή ξαφνικά ακούστηκε από την άλλη πλευρά του κήπου.

«Παραβάτες! Φάτε τους!»

Τρεις κουκουλοφοροι, οπλισμένοι με τουφέκια, είχαν εμφανιστεί από το πουθενά, ορμώντας καταπάνω τους. Ο Άλαν, που ήταν εκπαιδευμένος στις πολεμικές τέχνες, δε δίστασε. Αρπάζοντας μια σκουριασμένη τσουγκράνα, την έριξε σαν δόρυ στον πρώτο κουκουλοφόρο, καθώς του σήκωσε το όπλο του για να του τινάξει τα μυαλά στον αέρα. Η τσουγκράνα βρήκε τον στόχο της και καρφώθηκε στα γόνατα του λαθροκυνηγού, ο οποίος σωριάστηκε στο έδαφος, βογκώντας από τον πόνο. Με ένα σάλτο, ο Άλαν ήταν καταπάνω του, κλοτσώντας το όπλο έξω από τα χέρια του, προτού τον έριξε αναίσθητο με μια δεύτερη κλωτσιά στο στόμα.

Ο Ντέρεκ, παρόλο που δεν ήταν γεννημένος πολεμιστής σαν τον φίλο του, δεν τα κατάφερνε και άσχημα. Καθώς ο δεύτερος μπράβος τον πήρε στο σημάδι, άρπαξε ένα κούτσουρο από ένα σωρό παλιά καυσόξυλα κοντά του και, με όλη του την δύναμη, το πέταξε στο κεφάλι του λαθροκυνηγού, πριν προλάβει να ρίξει. Το χτύπημα έστειλε τον άνθρωπο κατάχαμα, να φτύνει τα σπασμένα του δόντια στο γρασίδι.

Καθώς όμως οι δυο φίλοι έστρεψαν την προσοχή τους πίσω στον τρίτο λαθροκυνηγό, είδαν πως είχε ξεφύγει μέσα στην συμπλοκή, τρέχοντας προς τον δρόμο. Ξαφνικά, ακούστηκε ένα ουρλιαχτό, ακολουθούμενο από δυο πυροβολισμούς. Η Μαίρη και η Λούση!

Έτρεξαν πίσω, ίσα-ίσα προλαβαίνοντας να δουν το τζιπ να εξαφανίζεται ολοταχώς προς το δρόμο με τον λαθροκυνηγό στο τιμόνι. Ξαφνικά, ένας εκρηκτικός μηχανισμός πεταμένος στο μονοπάτι από πίσω του εξερράγη, εξαπολύοντας ένα πίδακα αίματος και σάρκας – ανθρώπινης σάρκας! Τα πτώματα της Μαίρης και της Λούση!

Ο Άλαν, μούσκεμα από το μακάβριο μπουγέλο αίματος, το οποίο, μεχρι πριν ένα λεπτό, ήταν η γυναίκα και η κόρη του, έπεσε στα γόνατα του, έτοιμος να ξεράσει πάλι από σοκ και θλίψη. Ο Ντέρεκ ακούμπησε ένα χέρι στον ώμο του φίλου του, προσπαθώντας να τον παρηγορήσει.

«Λυπάμαι Άλaν. Λυπάμαι τόσο πολύ…»

Λίγες μέρες αργότερα, αφότου ο ιατροδικαστής είχε επιβεβαιώσει πως ο κιμάς που του είχαν στείλει σε σακούλες ήταν τα απομεινάρια της Μαίρης και Λούσης Τζόνσον, ο Άλαν και ο Ντέρεκ πήγαν στην κηδεία τους. Η αστυνομία είχε βρει το τζιπ του Άλαν εγκαταλελειμμένο έξω από το Οβερτον, αλλά κανένα ίχνος του δράστη. Όλα τα στοιχεία που βρέθηκαν στη φάρμα έδειχναν ότι ήταν μονάχα μια ερασιτεχνική κλίκα λαθροκυνηγών, και χωρίς να μπορούν να αναγνωρίσουν την ταυτότητα του δολοφόνου, η έρευνα σύντομα ματαιώθηκε. Η δυο συνεργοί του είχαν συλληφθεί, όμως πέθαναν μυστηριωδώς σύντομα μετά στην φυλακή, προφανώς από αυτοκτονία. Μετά τη δίκη, ο Άλαν ξεκίνησε μια νέα ζωή απομόνωσης, πνιγμένος από ενοχές.

Ο Ντέρεκ κοίταξε λυπημένα τον φίλο του, μιλώντας με μια απαλή, αλλά αυστηρή φωνή, «Άλαν, σου το λέω για τελευταία φορά, δεν φταις εσύ για το τι συνέβη! Δεν μπορούσες να είχες κάνει τίποτα να τις σώσεις. Κανένας μας δεν μπορούσε. Πρέπει να αποδεχθείς την πικρή αλήθεια: ό,τι έγινε, έγινε. Τις έχεις πενθήσει αρκετά. Είναι πια καιρός να το ξεπεράσεις και να αρχίσεις εκ νέου.»

«Που θες να καταλήξεις, Ντικ;» ρώτησε πικρόχολα ο Άλαν, τώρα νιώθοντας πραγματικά τσαντισμένος, «Με κουβάλησες εδώ κάτω μόνο και μόνο για να μου τα ψάλλεις πάλι, για το πώς να συνεχίσω την αναθεματισμένη τη ζωή μου; Λες και δεν μου το κάνεις αρκετά…»

«Όχι, πρόκειται κυρίως για αυτό,» είπε ο Ντέρεκ, πετώντας έναν σφραγισμένο φάκελο απέναντι από το τραπέζι, προς το φίλο του, «Μου το ταχυδρόμησαν με οδηγίες να σου το παραδώσω προσωπικά. Ίσως επειδή δεν διαβάζεις πια την αλληλογραφία σου, και ούτε σηκώνεις το τηλέφωνο…» Αφρίζοντας από την αποδοκιμασία του φίλου του, όμως, από την άλλη, να τον τρώει η περιέργεια για όλη αυτή τη μυστικότητα, ο Άλαν άνοιξε το μυστηριώδες γράμμα και το διάβασε φωναχτά. Το χλωμό πρόσωπο του έγινε κατακόκκινο.

«ΤΙ ΠΡΑΜΑ! Μια αίτηση επιστημονικού συμβούλου για ντοκιμαντέρ; Κάποιος αρρωστημένος ηλίθιος νομίζει ότι μπορεί να εκμεταλλευτεί την τραγωδία μου για λίγη δημοσιότητα; Με τίποτα, γαμώτο! Πες στον αποστολέα να βρει κάποιο άλλο τραγωδό για το σόου του! Καλά Χριστούγεννα, Ντικ!» Σηκώθηκε να φύγει, αλλά ο Ντέρεκ τον άρπαξε από το μπράτσο, τραβώντας τον πίσω στην θέση του.

«Άλ, στάσου! Άκουσε με! Δεν μπορείς να συνεχίσεις έτσι για πάντα. Κοίτα τα χάλια σου, ρε φίλε! Πας κυριολεκτικά χαμένος, σωματικά και ψυχικά. Αν συνεχίσεις αυτή την άθλια ζωή, σύντομα θα βρίσκεσαι σε φτωχοκομείο, η σε ψυχιατρικό άσυλο. Χρειάζεσαι διαφυγή, Άλαν, και σου την προσφέρω σαν φίλος. Αν δεν μπορείς να το κάνεις για μένα, τότε κάντο για αυτές.» Κοίταξε τον Άλαν με ύφος σαν να τον εκλιπαρεί, όπως ένας πιστός σκύλος που παρηγορεί τον αναστατωμένο κύριο του.

«Δεν το βάζεις ποτέ κάτω, Ντικ;» ρώτησε ο Άλαν, επιτέλους υποχωρώντας λίγο, άλλα μόνο με μισή καρδιά, «Καλώς, δέχομαι τη δουλειά. Όμως, θα σου ξεκαθαρίσω ένα πράμα από τώρα: δε δέχομαι κανείς να χρησιμοποιήσει το θάνατο της Μαίρης και της Λούση σα μέσο δημοσιότητας. Έγινα σαφής;»

«Φυσικά, καταλαβαίνω. Εξάλλου, θα έρθω και εγώ μαζί σου. Ζήτησαν και έναν μηχανολόγο που γνωρίζει τις βόμβες που έπεσαν στο Νιου Φορεστ, και προσφέρθηκα.' Κατά την διάρκεια του πολέμου, το Εθνικό Πάρκο Νιου Φορεστ είχε γίνει στρατιωτική ζώνη, όπου υπήρχε ο μυστικός σταθμός Ωμέγα, η κεντρική βάση δορυφορικών παρακολουθήσεων στη χώρα. Όταν η Αντικατασκοπία του εχθρού είχε μάθει την τοποθεσία, οι Κινέζοι είχαν στείλει ένα προειδοποιητικό χτύπημα χρησιμοποιώντας τους πρωτότυπους πυρηνικούς πυραύλους TACO – η τελευταία λέξη σε όπλο μαζικής καταστροφής, σχεδιασμό κρυφά από τον διαστημικό οργανισμό τους που έκανε εξορύξεις νέων πυρηνικών στοιχείων στη Σελήνη –, ισοπεδώνοντας τα πάντα μεταξύ του Τότον και του Ρίγκγουντ και αφήνοντας ολόκληρη την περιοχή μια αιώνια ραδιενεργή ζώνη, σαν το Τσερνομπίλ.

«Το συμβόλαιο λέει πως θα κάνουμε την παρατήρηση αποκλειστικά αεροπορικώς, αφού το Νιου Φορεστ εξακολουθεί να είναι απαγορευμένη περιοχή,» συνέχισε, «O φωτογράφος μας έχει ναυλώσει ένα αεροπλάνο με πιλότο, που θα μας πετάξει πάνω από την περιοχή. Όλα τα έξοδα είναι καλυμμένα, και ο καθένας μας παίρνει μια επιταγή για 1,500 λίρες. Θα μπορείς να κάνεις μια αρχή… Θα τους συναντήσουμε στο Νιούμπερι την ερχόμενη Πέμπτη. Θα του στείλω email απόψε, να του πω ότι δέχεσαι. Άντε, ας τη κάνουμε. Θα περάσω από το διαμέρισμα σου αύριο να σε βοηθήσω να ετοιμαστείς. Καληνύχτα, Άλ, και καλά Χριστούγεννα.»

'Και συ, Ντικ,' μουρμούρισε ο Άλαν, παλεύοντας να μην ξεσπάσει στο φίλο του, να του πει να σταματήσει με την εκνευριστική συμπόνια του. Ο Ντέρεκ αναστέναξε, «Τι απέγινε ο Άλαν Τζόνσον που κάποτε γνώριζα;» Προτού μπορέσει ο Άλαν να του βάλει τις φωνές, ένας χοντρός με μια βρώμικη στολή μηχανικού αυτοκινήτου, που κρυφάκουγε από το διπλανό τραπέζι, τους διέκοψε.

«Ο Δρ Άλαν Τζόνσον; Μπα, μπα, παιδιά, κατέφθασε ο Καθηγητής Ψυχοπαθής!» χαχάνισε με αγένεια, τρώγοντας τα μαυρισμένα με λάδι νύχια του, «Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια με την μακαρίτισσα γυναικούλα σου; Δεν σου ήταν αρκετά καλή, ή μήπως είχε γκόμενο;» Τα μάτια του Άλαν έλαμψαν με θυμό. Παρότι είχε αθωωθεί από κάθε κατηγόρια ανθρωποκτονίας εξ' αμελείας στη δίκη – χάρη στην μαρτυρία του Ντέρεκ –, οι εφημερίδες συνέχιζαν να τυπώνουν φρικτά άρθρα για αυτόν, ανελέητα σέρνοντας το όνομα του μέσα από τη λάσπη. Πολλοί τον είχαν χαρακτηρίσει ως συνένοχο στους φόνους, οδηγώντας τον Πρύτανη να τον πιέσει να αποσυρθεί, ώστε να αποφύγει το σκάνδαλο, και μαυρίζοντας το όνομα του ακόμη περισσότερο.

Ο Ντέρεκ, πάντα στο πλευρό του φίλου του, σηκώθηκε όρθιος, έξαλλος, «Βγάλε το σκασμό μη σου σπάσω τα μούτρα, με ακούς;» μούγκρισε με αγριεμένο τόνο, όμως ο λεχρίτης, είτε πολύ μεθυσμένος ή απλά πολύ χαζός, δεν του έδωσε σημασία, συνεχίζοντας το χαβά του.

«Για στάσου, το'πιασα,» είπε, χασκογελώντας, «Άφησες καμιά τσούλα έγκυο και δεν ήθελες να της ραγίσεις την καρδιά, ε;» Έσκασε στα γέλια με το αστείο του, κρατώντας την τριχωτή κοιλιά του από το πολύ γέλιο. Το ποτήρι όμως είχε πια ξεχειλίσει, και ο Άλαν, χάνοντας το, ήταν ξαφνικά καταπάνω του σαν μανιασμένος ταύρος.

Με μια δυνατή κλωτσιά, έσπασε το πόδι της καρέκλας του χοντρού, στέλνοντας τον φαρδύ-πλατύ στο πάτωμα. Σε άλλο ένα δεύτερο, τον είχε ακινητοποιημένο, με το πόδι του να πιέζει πάνω στο λαιμό του, σχεδόν πνίγοντας τον.

«Χωστό καλά στο κεφάλι σου, χοντροκεφτέ,» μούγκρισε στον κατατρομαγμένο λέτσο, ο οποίος κόντευε να πάθει ασφυξία, «Ποτέ…μην…ξαναμιλήσεις…έτσι…για…την…οικογένεια μου!» Τελικά, χαλάρωσε την λαβή του, μη τον πνίξει μέχρι θανάτου, αλλά όχι πριν γυρίσει και δίνοντας του μια κλωτσιά στα αχαμνά. Πίσω από τον πάγκο, ο κατατρομαγμένος μπάρμαν έτρεξε για το τηλέφωνο, να καλέσει την αστυνομία. Φουριόζος, αλλά όχι πρόθυμος να τους στείλει και τους δυο τους μέσα για επίθεση, ο Άλαν στράφηκε προς την πόρτα, φεύγοντας τρέχοντας, με τον Ντέρεκ από πίσω του, τα πονεμένα ουρλιαχτά του χοντρού να βουίζουν μες τα αυτιά τους.

Αργότερα, στο Ντρέητον Κόρτ, Τσέλσι…

Κατεβαίνοντας στο σταθμό Έρλ'ς Κόρτ, ο Άλαν πήρε το δρόμο για το σπίτι του. Η κατοικία του ήταν ένα διαμέρισμα Βικτοριανής περιόδου στο πρώτο όροφο μιας αναπαλαιωμένης πολυκατοικίας, κληρονομιά από τους γονείς του. Ο δρόμος ήταν έρημος και σιωπηλός, με εξαίρεση τον ήχο από τα βήματα του. Σκισμένες αφίσες από τον πόλεμο ακόμη κρέμονταν κομματιασμένες από τους φανοστάτες και από τις βιτρίνες των κλειστών μαγαζιών, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα εγκαταλελειμμένης γειτονιάς. Ζοφερά, ο Άλαν ανέβηκε τα παγερά σκαλοπάτια της εισόδου του νούμερου 31.

Καθώς έβγαλε το κλειδί για να ανοίξει, τα μάτια του έτυχαν να κοιτάζουν το τζάμι της πόρτας. Μπορούσε να δει το είδωλο του να τον κοιτάζει – όμως δεν ήταν το μόνο. Δίπλα του στεκόταν ένα κουνέλι, ανθρώπινου μεγέθους, που του χαμογελούσε… Κατατρομαγμένος, ο Άλαν γύρισε, ενστικτωδώς τραβώντας ένα κρυμμένο στρατιωτικό μαχαίρι από την τσέπη του, ένα δώρο από τον πατέρα του, μακαρίτης εδώ και πολλά χρόνια, το οποίο πάντα κουβαλούσε μαζί του σαν φυλακτό, παράνομα η όχι. Τα μάτια του σάρωσαν όλο τον δρόμο, αλλά δεν υπήρχε ψυχή. Μονάχα ο έρημος δρόμος με το χιόνι να κατασταλάζει σιγά-σιγά πάνω στο πεζοδρόμιο. Αναστενάζοντας, έβαλε το μαχαίρι πίσω στην θήκη του και γύρισε να ξεκλειδώσει την πόρτα.

«Πολύ αλκοόλ,» μουρμούρισε ζοφερά, «Η αυτό, ή όντως χρειάζομαι ψυχίατρο…» Γρήγορα, πέρασε μέσα, κλείνοντας απότομα την πόρτα πίσω του. Το χωλ του κτιρίου ήταν σκοτεινό και αθόρυβο, τα διαμερίσματα όλα εγκαταλελειμμένα, αφού οι ιδιοκτήτες τους είχαν σκοτωθεί στον πόλεμο η είχαν μετακομίσει αλλού. Η μόνη γειτόνισσα του ήταν η κα Χάνσον, η ηλικιωμένη οικονόμος του και θυρωρός του κτιρίου, που ζούσε σε ένα άλλο μικρό διαμέρισμα στο υπόγειο.

Χωρίς να μπει στον κόπο να ανάψει το φως, ο Άλαν ανέβηκε τη σκάλα στον πρώτο όροφο. Το διαμέρισμα του ήταν το μεγαλύτερο του κτιρίου, καταλαμβάνοντας το περισσότερο χώρο του πρώτου ορόφου, με θέα και από τις δυο απέναντι πλευρές της πολυκατοικίας. Ξεκλειδώνοντας την πόρτα, πέρασε μέσα, κλειδώνοντας την πίσω του.

Παρόλο που το σπίτι του ήταν μελαγχολικό και μακάβριο, σαν μαυσωλείο, τα ευρύχωρα δωμάτια του έδιναν την εντύπωση ενός χώρου που έκρυβε πολλές αναμνήσεις. Περνώντας μέσα από τη σάλα με το ψηλό ταβάνι, ακολούθησε έναν διάδρομο στρωμένο με μοκέτα προς το γραφείο του, όπου ζούσε κυριολεκτικά εδώ και ένα χρόνο, τυφλωμένος στο μεθύσι, προσπαθώντας να πνίξει τη μιζέρια του.

Ένα γραφείο αντίκα, κατασκευής Τσιπεντέιλ, στεκόταν στη μέση του δωματίου, περιτριγυρισμένο από ψηλές βιβλιοθήκες που ακουμπούσαν στους τοίχους. Τα ράφια τους περιείχαν μια μεγάλη ποικιλία βιβλίων, καθώς και μια εντυπωσιακή συλλογή βιολογικών και γεωλογικών δειγμάτων, διατηρημένα μέσα σε γυάλινα βάζα και φιαλίδια. Οι κορυφές των βιβλιοθηκών ήταν επίσης διακοσμημένες με μοντέλα η συλλεκτικά επιστημονικά όργανα όλων τον εποχών, θυμίζοντας μουσείο. Μια τζαμαρία πίσω από το γραφείο οδηγούσε σε ένα μπαλκόνι, που ο Άλαν το είχε μετατρέψει σε θερμοκήπιο με μια διάφανη, θερμομονωτική τέντα κρεμασμένη από τα κάγκελα του πάνω μπαλκονιού. Αυτό ήταν το σπιτικό εργαστήριο του, όπου καλλιεργούσε φυτά υπό πειραματικές συνθήκες, για την προσωπική του έρευνα. Όμως, το θερμοκήπιο είχε μείνει απεριποίητο εδώ και μήνες, τα φυτά όλα ρημαγμένα και σάπια.

Ο Άλαν κάθισε στο ακατάστατο γραφείο του, κοιτάζοντας ένα άλμπουμ που βρισκόταν ανοικτό μπροστά του, όπου η ζοφερή ζωή του ήταν καταγραμμένη σε μορφή φωτογραφιών: ο ίδιος το 1988, σε ηλικία δέκα ετών, με τον πατέρα του τον Τζάκ και τον αποξενωμένο μεγαλύτερο αδερφό του Ρόυς (η μητέρα τους είχε πεθάνει στη γέννα του μικρότερου γιου της), ένα οικογενειακό σαφάρι στην Κένυα το 1989, όπου ο πατέρας τους είχε πεθάνει από ελονοσία, ο ίδιος σαν έφηβος το 1996, δίπλα στο Ντέρεκ και άλλους δυο φίλους που είχε γνωρίσει στο ορφανοτροφείο να ποζάρουν για φωτογραφία. Μια πιο πρόσφατη φωτογραφία τον έδειχνε μεγαλύτερο, με ένα κομψότατο σμόκιν στο γάμο του το 2002, μια άλλη το 2004 με τη Μαίρη και τη Λούση σαν μωρό στην αγκαλιά της μητέρας της, ο ίδιος σαν στρατευμένος το 2009, και τελικά, μια φωτογραφία με αυτόν, την Μαίρη, την Λούση και τον Ντέρεκ, παρμένη λίγο μετά την επιστροφή του από την Κίνα το 2011 – η τελευταία τους οικογενειακή φωτογραφία. Μετά ακολουθούσαν μόνο άδειες σελίδες, έχοντας από τότε σταματήσει να κρατά αναμνηστικές φωτογραφίες.

Ενώ καθόταν εκεί, χαμένος στις σκέψεις του, τα λόγια του φίλου του συνέχιζαν να επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά μέσα στο μυαλό του: Συνέχισε τη ζωή σου. Αλλά, τι νόημα είχαν, όταν δεν του είχε μείνει τίποτα που να του δίνει κάποιο σκοπό στη ζωή; Τσαντισμένος με την ανικανότητα του να ξεφύγει από την μιζέρια του, έκλεισε το άλμπουμ νευριασμένος και πήγε στην κουζίνα για λίγη κρύα κρεατόσουπα κονσέρβας που είχε σε μια κατσαρόλα στο μάτι. Αρπάζοντας και μια μπύρα από το ψυγείο, πέρασε στο καθιστικό και βολεύτηκε στον καναπέ να φάει το βραδινό του.

Ψάχνοντας τριγύρω για το τηλεχειριστήριο να ανοίξει τις ειδήσεις, είδε το αγαπημένο του βιβλίο, Στο Λόφο του Γουότερσιπ από τον Ρίτσαρντ Άνταμς πάνω στο ακατάστατο τραπέζι του καφέ. Ένα μικρό χαμόγελο εμφανίστηκε στο πρόσωπο του, καθώς θυμήθηκε πόσο συχνά η Λούση, μια λάτρης του βιβλίου σαν τον πατέρα της, τον ικέτευε να της to διαβάσει στο κρεβάτι όταν ζούσε. Παίρνοντας το, πήγε στο υπνοδωμάτιο της κόρης του, το οποίο διατηρούσε μέχρι σήμερα σαν μνημείο, και το ακούμπησε στο μαξιλάρι του άδειου κρεβατιού, σκουπίζοντας ένα δάκρυ από το μάτι του. Επιστρέφοντας στο σαλόνι, άκουσε τον εκφωνητή να μιλάει.

'…Το μυστηριώδες φαινόμενο που παρατηρείται στον ουράνιο χώρο του απαγορευμένου εθνικού πάρκου Νιου Φορεστ συνεχίζεται. Αρχίζοντας από το βράδυ της 21ης, αυτό το υπέροχο θέαμα, που θυμίζει σέλας, παρατηρείται στα ουράνια πάνω από την απαγορευμένη ζώνη κάθε νύχτα. Η προέλευση του παραμένει άγνωστη, ωστόσο υπάρχουν ορισμένες θεωρίες ότι μπορεί να είναι αποτέλεσμα παρεμβολών από την ραδιενέργεια στην περιοχή, καθώς και φήμες που το συσχετίζουν με το φημισμένο συμβάν του 2012. Αυτές είναι οι ειδήσεις από το BBC'

Κατάκοπος, ο Άλαν έκλεισε την τηλεόραση και τράβηξε τα πόδια του στο κρεβάτι, για την νυχτερινή κόλαση του. Οι συνηθισμένοι εφιάλτες του, που το βασάνιζαν χωρίς τέλος από την τραγική μέρα, τον επισκέφθηκαν όπως πάντα. Μόνο που τώρα, καθώς κοίταξε προς το έδαφος, όπου έπρεπε να είναι τα πτώματα της Μαίρης και της Λούση, υπήρχαν κάποια γιγαντιαία, ανθρωπόμορφα κουνέλια, να πνίγονται σε μια λίμνη από το ίδιο τους το αίμα που έτρεχε από τα ξεκοιλιασμένα κορμιά τους. Προσπάθησε να απλώσει το χέρι του να τα βοηθήσει, αλλά είχε ξαφνικά κοκαλώσει σαν άγαλμα, ανήμπορος να κάνει τίποτα παρά να συνεχίζει να κοιτάζει αυτό το μακελειό. Από μακριά, ακούει μια ψυχρή, μοχθηρή φωνή να γελάει, να τον βασανίζει. Αδύνατον να το αντέξει άλλο, ουρλιάζει…

Ο Άλαν σηκώθηκε, λουσμένος σε κρύο ιδρώτα και τρέμοντας ολόκληρος. Οι εφιάλτες του είχαν γίνει τακτικοί νυχτερινοί σύντροφοι από τότε που είχε δολοφονηθεί η οικογένεια του, αλλά ποτέ δεν ήταν τόσο άσχημοι όσο απόψε. Μήπως η απόφαση του να πάει σε αυτό το ταξίδι θα του έκανε περισσότερο κακό παρά καλό;

Χωρίς να τον πιάνει πάλι ο ύπνος, σηκώθηκε και πήγε στη κουζίνα, ψάχνοντας το αγαπημένο του γιατρικό: το αλκοόλ. Σκαλίζοντας μέσα στο σχεδόν άδειο ντουλάπι όπου κρατούσε την κάβα του, βρήκε ένα μπουκάλι ουίσκι. Παίρνοντας μια γκαζόζα και ένα ποτήρι από τον νεροχύτη, ξαναγύρισε στο σαλόνι. Ξαπλώνοντας στον καναπέ και βάζοντας μια ταινία, άρχισε να πίνει το ποτό του, καταπίνοντας το σαν νερό μέσα από σουρωτήρι.

Σύντομα, το αλκοόλ άρχισε να τον ζαλίζει, το μπουκάλι να αδειάζει γρήγορα. Η όραση του άρχισε να γυρίζει σα σβούρα, καθώς κάθισε χαζεύοντας τις φωτογραφίες των νεκρών συγγενών του, κρεμασμένες στους τριγύρω τοίχους του σαλονιού: οι γονείς του Τζάκ και Σούζαν, και ο αδερφός του ο Ρόυς, ο οποίος μια ζωή του κρατούσε κακία, κατηγορώντας τον για τον θάνατο της μητέρας τους. Είχε σκοτωθεί στον πόλεμο, όπου υπηρετούσε σαν καπετάνιος υποβρυχίου, χωρίς να συμφιλιωθεί ποτέ με τον μικρότερο αδερφό του. Υπήρχε και ο κουνιάδος του, ο Μάιλς, ένας αλκοολικός και ναρκομανής, ο οποίος είχε πεθάνει από έμφραγμα πέρσι, και τελικά, η γυναίκα και η κόρη του.

Τυφλωμένος στο μεθύσι, είδε τα πρόσωπα στις φωτογραφίες ξαφνικά να ζωντανεύουν, σπάζοντας τα τζάμια των πλαισίων τους, και να ορμούν καταπάνω του. Έβγαλε μια κραυγή, ρίχνοντας τα χέρια του μπρος στο πρόσωπο του, για να αμυνθεί, αλλά τότε συνειδητοποίησε πως χτυπούσε απλώς άδειο αέρα…

Κοιτώντας πάλι τριγύρω του, είδε πως είχε ξημερώσει επιτέλους. Άλλη μια νύχτα γεμάτη με εφιάλτες και δυστυχία είχε περάσει. Τότε, κατάλαβε πως δεν ήταν μόνος του΄ ο Ντέρεκ στεκόταν δίπλα στον καναπέ, κρατώντας το κάδο απορριμμάτων στο χέρι, το άδειο μπουκάλι ουίσκι θρύψαλα στον πάτο. Τα τέλειο ξύπνημα.

«Γαμώτο, Ντικ, θες να πάθω συγκοπή;» φώναξε ο Άλαν, τρίβοντας το κεφάλι του, που ένοιωθε σαν να καίγεται από τον πονοκέφαλο, έτοιμος να κάνει εμετό, «Πως μπήκες μέσα;»

«Η κα Χάνσον μου έδωσε κλειδί,» είπε ο Ντέρεκ, κρατώντας τον κάδο με το σπασμένο μπουκάλι, «Ανάθεμα το, Άλ, πάλι το έριξες στο μεθύσι;» Η οικονόμος είχε αναστατωθεί τόσο πολύ με τον Άλαν να τυφλώνεται στο μεθύσι κάθε βράδυ, που είχε εμπιστευθεί τον Ντέρεκ με το κλειδί του διαμερίσματος, έχοντας αρνηθεί η ίδια να μπει μέσα με τον Άλαν πιωμένο.

«Λοιπόν, ήθελα να ζαλιστώ λίγο, και τι έγινε; Πρέπει να με σκοτώσεις για αυτό;» είπε νευριασμένος ο Άλαν, πηγαίνοντας στην κουζίνα να φτιάξει λίγο καφέ. Αν ο φίλος του ήθελε να του τα πρήξει πάλι πρωινιάτικα με τις συμβουλές του, μπορούσε να τις πάρει και να τις χώσει. Τότε, νιώθοντας το στομάχι να του ανεβαίνει στο στόμα, έτρεξε στο μπάνιο για ένα μαραθώνιο ξερατό. Ο Ντέρεκ κούνησε το κεφάλι του.

«Όχι, να μου λείπει, Άλ. Η αστυνομία είναι ήδη αναστατωμένη με μια υπόθεση εξαφάνισης για να σπαταλούν το χρόνο τους με μένα επειδή σου ξέκανα το άθλιο τομάρι σου.» Ο Άλαν, έχοντας αποβάλει το αλκοόλ από τον οργανισμό του, γύρισε με ένα κουτί αντικαταθλιπτικά χάπια, που του είχε γράψει ο ψυχολόγος του.

«Ε, τι εξαφάνιση; Ποιος;»

«Η οικογένεια του πρώην αφεντικού σου, του Δρ Ντρέηκ,» απάντησε ο Ντέρεκ, ρίχνοντας στον φίλο του την πρωινή έκδοση της Τάιμς. Το πρωτοσέλιδο έγραφε:

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΑ ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΤΑΙ ΔΙΧΩΣ ΙΧΝΟΣ

ΓΥΝΑΙΚΑ ΚΑΙ ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΔΡ ΚΟΟΥΛ ΝΤΡΕΗΚ ΑΓΝΟΟΥΜΕΝΟΙ. ΥΠΟΨΙΑ ΑΠΑΓΩΓΗΣ

Ο Δρ Κόουλ Ντρέηκ, ένας διάσημος Βρετανός επιστήμονας Ρώσικης καταγωγής ήταν ένας άλλος από τους παλιούς συναδέλφους του Άλαν στο πανεπιστήμιο, επικεφαλής του τμήματος τους. Τιμημένος με Βραβείο Νόμπελ, ήταν ένας κορυφαίος ειδικός στη βιογενετική, καθώς και ένας εξίσου αφοσιωμένος περιβαλλοντολόγος, με τον οποίο ο Άλαν είχε δημιουργήσει μια στενή συνεργασία. Η δικιά του έρευνα εστιαζόταν στην κλονοποιηση γενετικά ενισχυμένων ειδών, ως λύση για το περιβάλλον, τώρα υπό επικείμενη κατάρρευση, με τον Άλαν να συνδυάζει την δικιά του οικολογική έρευνα στη μελέτη τους.

Ο πόλεμος τους είχε αναγκάσει να διακόψουν την δουλειά τους, αλλά μετά το τέλος του πολέμου, ο Άλαν ήταν έτοιμος να συνεχίσει την έρευνα με τον συνάδελφο του, όταν ο θάνατος της γυναίκας και της κόρης του τον ανάγκασαν να παραιτηθεί οριστικά, και από τότε είχαν χάσει επαφή.

«Ο Ντρέηκ είπε πως είχαν πάει σε ένα κονσέρτο στο Θέατρο Αλμπερτ χθες βράδυ, και δεν επέστρεψαν,» είπε ο Ντέρεκ, «Ορισμένοι υποψιάζονται πως πρόκειται για απαγωγή, όμως κανείς δεν έχει ζητήσει τίποτα ακόμη. Κάτι βρομάει, ε; Γιατί η οικογένεια του ξαφνικά να το βάλει στα πόδια, έτσι χωρίς εξήγηση; Παρόλο που, γνωρίζοντας πόσο πιο αφοσιωμένος ήταν στην τρελοδουλειά του παρά σε αυτούς…»

«Ποιανού του καίγεται καρφί, Ντικ; Κοίτα, άστο να πάει στα κομμάτια και να στρωθούμε στη δουλεία μας. Όσο συντομότερα θα τελειώσει αυτή η μαλακία, τόσο πιο ευτυχισμένος θα είμαι.» Όντως, δεν είχε καμία διάθεση να συζητήσει για τον Ντρέηκ. Αυτός ο άνθρωπος δεν τον αφορούσε πια – είχε εξαφανιστεί από την ζωή του την μέρα που τα είχε χάσει όλα, μαζί με την έρευνα τους.

Πέρασαν την υπόλοιπη μέρα τακτοποιώντας το παραμελημένο διαμέρισμα του Άλαν και ετοιμάζοντας για το ταξίδι τους. Το απόγευμα, ο Ντέρεκ γύρισε στο δικό του σπίτι στο Χάμμερσμιθ, να μαζέψει τα δικά του μπαγκάζια, γυρνώντας στου Άλαν το βράδυ, που είχε δεχτεί να τον φιλοξενήσει για την νύχτα. Παραγγέλνοντας ζεστή πίτσα για βραδινό, κάθισαν να απολαύσουν μια ταινία, περνώντας παρέα τη βραδιά τους όπως τον παλιό καλό καιρό.

Εκείνο το βράδυ, με τον Ντέρεκ να ροχαλίζει σαν ρινόκερος στον ξενώνα, ο Άλαν έπεσε να κοιμηθεί, περιμένοντας τους συνηθισμένους εφιάλτες του να του κάνουν επίσκεψη όπως του έκαναν κάθε νύχτα εδώ και ένα μίζερο χρόνο…

Σημείωση από τον συγγραφέα: Αυτή είναι η ελληνική έκδοση του ανεπίσημου μυθιστορήματος μου WatershipDown Τhe ΝewWorld, εμπνευσμένο από το κλασσικό μυθιστόρημα Μια Ανάσα από τον Παράδεισο του Ρίτσαρντ Άνταμς. Αυτή η ιστορία είναι γραμμένη με την άδεια του κου Άνταμς, και είναι μόνο για ψυχαγωγικούς σκοπούς. Απολύτως κανένα κέρδος δεν βγαίνει από αυτή τη δουλειά. Αν δεν έχετε ήδη διαβάσει την αγγλική έκδοση, παρακαλώ πάρτε μια στιγμή να αφήσετε κανένα σχόλιο. Τα σχόλια βοηθούν στην βελτίωση της ιστορίας και επιταχύνουν το ρυθμό ανανέωσης. Καλό διάβασμα!