Παλεύοντας απεγνωσμένα, ο Άλαν κατάφερε να ξεθαφτεί από τα συντρίμμια για να πάρει ανάσα. Το μεγαλύτερο μέρος του λαγουμιού είχε καταρρεύσει στη καταστροφή, αφήνοντας μόνο έναν στενό, σαν φέρετρο, θύλακα αέρα στο ταβάνι, το οποίο τον είχε κρατήσει ζωντανό. Ψαχουλεύοντας στα τυφλά, κατάφερε να βρει το φακό του ανάμεσα στα χώματα και τον άναψε. Είχε πάθει ζημιά και το φως ήταν αδύναμο, σαν κερί, αλλά τουλάχιστον ήταν επαρκές για να διαπεράσει το σκοτάδι. Προχωρώντας στα γόνατα, σύρθηκε κατά μήκος του λαγουμιού, ψάχνοντας για τους φίλους του.

Παραπέρα, μπορούσε να δει τον Περούκα να ξεθάβεται από την κατολίσθηση η οποία είχε μπλοκάρει την έξοδο τους. Το φουντωτό τρίχωμα του ήταν μέσα στα χώματα, κάνοντας τον να μοιάζει με πήλινο κουνέλι, αλλά κατά τα άλλα ήταν σώος και αβλαβής. Ο Πουρνάρης ξεπρόβαλε από δίπλα του, το πρόσωπο του μέσα στα αίματα από βαθιές εκδορές, αλλά ευτυχώς δεν φαινόταν να είχε τραυματιστεί σοβαρά. Η συνήθως αυστηρή έκφραση του όμως είχε αντικατασταθεί με μια νέα έκφραση φόβου.

«Τι στο όνομα του Φρίθ ήταν αυτό;» μουρμούρισε δύσπιστα, παρότι βαθιά μέσα του ήξερε τι είχε συμβεί. Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Παρότι είχε υποψιαστεί πως αυτός ο μυστηριώδης ομιλούμενος άνθρωπος ήξερε κάτι περισσότερο από ότι νόμιζαν, ποτέ δεν φανταζόταν πως οι τρελοί ισχυρισμοί του, ότι ο κουνελότοπος θα καταστρεφόταν, θα έβγαιναν αληθινοί, «Η προειδοποίηση σου αλήθευε;» Ο Άλαν του έγνεψε κατσούφικα.

«Τώρα βλέπεις την αλήθεια με τα ίδια σου τα μάτια. Όχι πως μας ωφελεί σε τίποτα τώρα πια. Είμαστε παγιδευμένοι,» είπε, δείχνοντας με το φακό του τη κατολίσθηση η οποία είχε αποκλείσει τη μοναδική έξοδό τους από αυτή την τρύπα. Υπήρχαν αρκετοί τόνοι πέτρες και χώμα μεταξύ αυτών και της επιφάνεια. Θα τους έπαιρνε εβδομάδες για να βγουν σκάβοντας, «Ξεχάστε το, είναι ανώφελο.» Τότε ξαφνικά κατάλαβαν πως ο Ασημής και ο Φελόχορτος ήταν ακόμη θαμμένοι.

«Εμπρός, αρχίστε να σκάβετε με όλη σας τη δύναμη! Δεν μπορούν να αναπνεύσουν εκεί κάτω!» Απομακρύνοντας τα χώματα με τα χέρια τους (ή πιο συγκεκριμένα, τα κουνέλια έσκαβαν με τα μπροστινά τους πόδια), ξέθαψαν το κεφάλι του Ασημή, ο οποίος πήρε βαθιές ανάσες, έχοντας σχεδόν πεθάνει από ασφυξία. Ήταν ζωντανός. Ο Φελόχορτος ήταν δίπλα του, επίσης ζωντανός, αλλά είχε τα χάλια του, μέσα στα αίματα και αναίσθητος από τα πολλαπλά τραύματα που είχε υποστεί από τις πέτρες που τον είχαν καταπλακώσει.

Με λίγο σκάψιμο κατάφεραν να τους ελευθερώσουν και του δυο. Κουβαλώντας τον Φελόχορτο, ο οποίος δεν μπορούσε να κουνηθεί από μόνος του, προχώρησαν πιο βαθιά μέσα στη φωλιά, όπου και βρήκαν καταφύγιο σε ένα τμήμα το οποίο είχε αντέξει την καταστροφή. Υπήρχαν λίγα ανέπαφα λαγούμια και θάλαμοι με αρκετό οξυγόνο να τους κρατήσει ζωντανούς για λίγες ώρες.

«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο Ασημής, κυριευμένος από φόβο, καθώς η φρικτή πραγματικότητα της κατάστασης σου άρχισε να γίνεται ολοφάνερη, «Είμαστε θαμμένοι ζωντανοί!»

«Ηρέμησε, θα βρούμε κάποια άλλη έξοδο,» τον καθησύχασε ο Περούκας, διατηρώντας την ψυχραιμία του, παρότι τη δύσκολη κατάσταση στην οποία είχαν μπλέξει. Ο Άλαν, αναλαμβάνοντας και πάλι την ιεραρχία της ομάδας τους, μίλησε στους τέσσερις επιζήσαντες συντρόφους τους. Τώρα πια ήταν κατάσταση επιβίωσης και έπρεπε να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα αμέσως εάν ήθελαν να βγουν από δω ζωντανοί.

«Πρώτα, ας ψάξουμε τριγύρω για τυχόν άλλους επιζώντες. Ίσως να υπάρχουν και άλλοι παγιδευμένοι εδώ κάτω. Μπορούμε και να ελέγξουμε για μια άλλη έξοδο ενώ ψάχνουμε.»

Σε ένα άλλο λαγούμι, βρήκαν εκείνο το ρεμάλι τον Φρύνο παγιδευμένο κάτω από μια άλλη κατολίσθηση που είχε πέσει από τη διαλυμένη οροφή της φωλιάς. Ο Άλαν ακούμπησε το χέρι του στο λαιμό του κουνελιού και, προς μεγάλη του έκπληξη, βρήκε ένα σφυγμό. Ο Φρύνος ήταν αναίσθητος και μάλλον είχε πάθει μια βαριά διάσειση, κρίνοντας από το άσχημο χτύπημα στο κεφάλι του από όπου έτρεχε αίμα, αλλά από θαύμα την είχε γλιτώσει, σε αντίθεση με τα δυο άτυχα κουνέλια δίπλα του.

«Ω Φρίθ, είναι ο Αχυρένιος και ο Τύρφης. Οι φουκαράδες…»

Ο Αχυρένιος και ο Τύρφης ήταν δυο νεοσύλλεκτοι, τους οποίους είχε επιλέξει ο Πουρνάρης προσωπικά για τη Άουσλα. Βλέποντας τους τώρα να κείτονται εκεί νεκροί, τα άψυχα, τσακισμένα πρόσωπα τους να τον κοιτάζουν, σχεδόν κατηγορηματικά για το θάνατο τους, έκαναν τον Λοχαγό της Άουσλα να τον κυριέψει η ενοχή. Το τίμημα για το σφάλμα του που δεν είχε ακούσει την προειδοποίηση αυτού του ανθρώπου όσο υπήρχε ακόμη καιρός ήταν οι ζωές αυτών των δυο άμοιρων και ο Φριθ μόνο ήξερε πόσων άλλων, οι οποίοι είχαν χαθεί για πάντα μέσα στα ερείπια του κουνελότοπου.

Σκάβοντας λίγο παραπέρα, βρήκαν το συνένοχο του Φρύνου, τον Αστεροκέφαλο. Ένα πελώριο λιθάρι τον είχε καταπλακώσει στο στήθος, παγιδεύοντας τον. Αίμα έτρεχε ποτάμι από το στόμα του, ένδειξη σοβαρών εσωτερικών τραυμάτων, καθώς μουρμούριζε, εκλιπαρώντας τους για βοήθεια. Βάζοντας όλη τους τη δύναμη, κατάφεραν να μετακινήσουν το λιθάρι από πάνω του. Δυστυχώς, βρήκαν ότι ο θώρακας του είχε γίνει λιώμα, όλα τα πλευρά του είχαν σπάσει και είχαν τρυπήσει τους πνεύμονες του. Σύντομα οι κόρες των ματιών του διεστάλησαν και δεν ξανακουνήθηκε ποτέ. Ο Πουρνάρης κοίταξε μακριά από το πτώμα, απομνημονεύοντας το όνομα άλλου ενός θύματος. Εκείνη τη στιγμή, άκουσαν τη φωνή ενός ζωντανού από το βάθος του λαγουμιού.

«Είναι κανείς εκεί; Λοχαγέ Πουρνάρη, εσύ είσαι;»

Κοιτάζοντας με το φακό του, ο Άλαν αναγνώρισε τον Καμπανούλη – τον σωματώδη αξιωματικό-κούνελο τον οποίο είχε παρατηρήσει να προσφέρει ένα δακράκι στο Φουντούκι έξω στο λιβάδι τις προάλλες. Ο πιστός βοηθός καθώς και στενός φίλος του Λοχαγού Πουρνάρη καταχάρηκε που τους είδε, νιώθοντας βαθιά ανακούφιση ότι δεν ήταν μόνος του. Είχε γλιτώσει τρέχοντας στο ανέπαφο τμήμα του κουνελότοπου προτού η φωλιά του καταρρεύσει. Ο Πουρνάρης αναστέναξε με ανακούφιση βλέποντας τουλάχιστον έναν επιζώντα.

«Μα τον Φρίθ της Ίνλε, μου έρχεται να δακρύσω από τη χαρά μου που σας βλέπω, κ Λοχαγέ!» αναφώνησε ο Καμπανούλης, μη έχοντας χάσει το χιούμορ του παρότι τη δύσκολη κατάσταση τους. «Εάν ήσασταν κουνέλα, θα σας…» Εκείνη τη στιγμή, πρόσεξε τον Άλαν δίπλα στο Πουρνάρη. Στη στιγμή, είχε πάρει μια επιθετική στάση, κοιτάζοντας τον άνθρωπο με μίσος και καχυποψία.

«Τι…τι γυρεύει αυτός εδώ πέρα;» αναφώνησε αγριεμένα, κοιτάζοντας μεταξύ του Άλαν και των πτωμάτων των συντρόφων του στο πάτωμα του λαγουμιού. Μια στιγμή κοιμόταν του καλού καιρού με την όμορφη Βιολέτα του, και την άλλη είχε ξυπνήσει με τον κουνελότοπο να καταρρέει ολόγυρα του από κάποια μυστηριώδη δύναμη και η κουνέλα του άφαντη. Από τη δικιά του προοπτική, αυτός ο ελεεινός άνθρωπος ήταν σίγουρα ο υπαίτιος! Ετοιμάστηκε να του ορμήσει, «Εάν έκανες κακό στη Βιολέτα, θα σε…!»

«Άφησε τον ήσυχο, Καμπανούλη!» φώναξε ο Πουρνάρης, «Δεν φταίει αυτός – ο Θρέρα και ο εγώ φταίμε για όλο αυτό το χάλι.»

Ο Άλαν συγκινήθηκε. Δεν μπορούσε να είναι εύκολο για έναν αξιοσέβαστο αξιωματικό της Άουσλα να παραδέχεται ανοικτά το σφάλμα του, εξαιτίας του οποίου είχαν καταλήξει παρέα σε αυτή τη κατάσταση. Ο Καμπανούλης, παρότι κατάφερε να συγκρατήσει τα πολεμικά ένστικτα του, σάστισε.

«Λοχαγέ Πουρνάρη, τι τρέχει εδώ; Μια στιγμή λαγοκοιμόμουν, την άλλη κόντευα να γίνω λιώμα από την οροφή της φωλιάς μου, η οποία κατέρρεε πάνω από το κεφάλι μου… Τι συνέβη; Δεχτήκαμε επίθεση…;»

«Δεν ξέρω τι ακριβώς συνέβη, Καμπανούλη, αλλά σκοπεύω να το μάθω!» μούγγρισε ο Πουρνάρης, γυρίζοντας την προσοχή του πίσω στο Φρύνο. Είχε έρθει η ώρα να τους πει την αλήθεια. «Εμπρός, βοηθείστε με να τον βγάλουμε από κει. Μόλις συνέλθει, πρέπει να μας εξηγήσει τα ανεξήγητα!»

Αφήνοντας τους πεθαμένους, τους οποίους δεν μπορούσαν να βοηθήσουν πια, μετέφεραν τον αναίσθητο Φρύνο πίσω στο λαγούμι το οποίο χρησιμοποιούσαν σαν καταφύγιο. Τον ακούμπησαν πάνω σε λίγα άχυρα τα οποία είχαν μαζέψει για τους τραυματίες, δίπλα στο Φελόχορτο και τον Θρέρα, τον οποίο είχε ξεθάψει ο Περούκας από τη κατεστραμμένη φωλιά του. Ο γέρο-Αρχικούνελος του Σάντλφορντ ήταν ζωντανός και είχε ακόμη τις αισθήσεις του, αλλά ήταν σε κρίσιμη κατάσταση.

Αφήνοντας τον Άλαν να φροντίσει τους τραυματίες, τα κουνέλια έφυγαν να συνεχίσουν το ψάξιμο για άλλους επιζώντες. Χρησιμοποιώντας το μικρό φαρμακείο που είχε πάρει από το Τσέσνα, στρώθηκε στη δουλειά. Φυσικά, έχοντας ελάχιστα φάρμακα στη διάθεση του, δεν μπορούσε να κάνει πολλά, πέρα από το να καθαρίσει τις πληγές τους με απολυμαντική αλοιφή και να τις δέσει με γάζες και επιδέσμους για να σταματήσει την αιμορραγία. Δυστυχώς, ο Θρέρα, ο Φρύνος και ο Φελόχορτος χρειάζονταν πολύ περισσότερα.

Τουλάχιστον ένα μικρό φαρμακείο της συμφοράς είναι καλύτερο από τίποτα, σκέφτηκε, δένοντας το τραύμα στο κεφάλι του Φρύνου. Δεν είχε σπάσει το κρανίο, αλλά κρίνοντας από το πυρετό του, είχε πάθει εσωτερική αιμορραγία στον εγκέφαλο, από την οποία μάλλον δεν θα συνερχόταν ποτέ. Ο Φελόχορτος είχε επίσης χτυπήσει άσχημα στο κεφάλι του, αλλά όχι τόσο βαριά όσο ο Φρύνος. Ίσως να είχε μια ελπίδα. Ο Άλαν δεν είχε αρκετές γνώσεις ιατρικής για να ξέρει με σιγουριά. Γύρισε τη προσοχή του στο Θρέρα.

Μπορούσε να δει άσχημες μελανιές στο θώρακα και τα πλευρά του γέρικου κουνελιού από πολλαπλά κατάγματα καθώς και βαριούς τραυματισμούς στα πνευμόνια του με ακατάστατη εσωτερική αιμορραγία. Πνιγόταν στο ίδιο του το αίμα. Γρήγορα, ο Άλαν πήρε το τελευταίο του επίδεσμο και του έδεσε τα σπασμένα πλευρά του για να ανακουφίσει το πόνο, και ας ήξερε από εμπειρία πως ήταν μάταιο.

«Πως αισθάνεσαι τώρα Θρέρα;» Παρότι υπέφερε φρικτά, κυριολεκτικά ετοιμοθάνατος, ο γέρο-Αρχικούνελος είχε αρκετή δύναμη να του απαντήσει.

«Πως νομίζεις να αισθάνομαι, ανόητε;» τραύλισε, βήχοντας από το αίμα που τον έπνιγε. Ο Άλαν γρήγορα τον γύρισε στο πλάι, ώστε να μπορεί να φτύσει το αίμα που πλημμύριζε το λαιμό του, για να αναπνεύσει, «Ο κουνελότοπος μου έχει καταστραφεί και μόνο ο Φρίθ ξέρει πόσα αθώα κουνέλια χάθηκαν μαζί του εξαιτίας της απερισκεψίας μου. Οδήγησα τον ίδιο μου το λαό σε σφαγή…!»

«Ηρέμησε, γέρο, το χειροτερεύεις. Όλα θα πάνε καλά…» προσπάθησε να τον καθησυχάσει ο Άλαν, παρότι γνώρισε πως του απέμεναν του Θρέρα μόνο λίγα ακόμη λεπτά ζωής. Ο μοιραία τραυματισμένος Αρχικούνελος τον αγριοκοίταξε, «Πως τολμάς να με καθησυχάζεις με ψεύτικες ελπίδες! Θαρρείς πως δεν ξέρω πως το Μαύρο Κουνέλι της Ίνλε έρχεται να με πάρει; Σύντομα, θα ακολουθήσω τον υπόλοιπο λαό μου στον άλλο κόσμο ως μια αποτυχία, ένας ντροπιασμένος Αρχικούνελος χωρίς τιμή…!»

«Δεν υπήρχε τρόπος να αποτρέψεις τη καταστροφή ούτως η άλλως,» επέμενε ο Άλαν, «Συνέβη πολύ πιο γρήγορα από ότι περίμενα. Εξάλλου, καταφέραμε να εκκενώσουμε τους περισσότερους.» Εξήγησε στο Θρέρα πως, σε μια απελπιστική τελευταία προσπάθεια, είχαν ναρκώσει ολόκληρο τον κουνελότοπο και έβγαλαν τους πάντες έξω, μακριά από τη ζώνη κινδύνου. Ο κουνελότοπος μπορεί να είχε καταστραφεί, όπως και ήταν γραφτό να γίνει, αλλά τα περισσότερα κουνέλια είχαν γλιτώσει. Ο Αρχικούνελος κοίταξε τον Άλαν με μια νέα έκφραση. Προηγουμένως, τον είχε αντιμετωπίσει με μια ψυχρή, περιφρονητική στάση – τώρα όμως, τον κοιτούσε με μια ξαφνιασμένη, σχεδόν εντυπωσιασμένη έκφραση, καταλαβαίνοντας τι είχε κάνει. Τελικά, ξαναμίλησε.

«Δεν αλλάζει το γεγονός ότι επέτρεψα στη βεντέτα μου να βάλει σε κίνδυνο τον ίδιο μου το λαό. Εάν δεν είχες κάνει ότι έκανες και απλώς το έσκαγες, πολύ περισσότερες αθώες ζωές θα είχαν χαθεί απόψε. Θέλω να ξέρω, γιατί ρίσκαρες τη ζωή σου για εμάς; Τα κουνέλια και οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι κατ εικόνα του Φρίθ να είναι αιώνιοι εχθροί. Τι σημαίνει ο λαός μου για εσένα;»

Ο Άλαν απορούσε, τι μπορούσε να εννοεί ο Θρέρα με αυτή τη βεντέτα του; Μήπως ήξερε κάτι περισσότερο για ομιλούντες ανθρώπους από ότι έλεγε; Ότι και να ήταν, ένοιωσε βαθιά συγκινημένος που ο γέρο Αρχικούνελος, ακόμη και στο νεκροκρέβατό του, είχε επιτέλους ξεπεράσει τη δυσπιστία του για τους ανθρώπους και αποδεχόταν το ότι αυτός και οι σύντροφοι του δεν ήταν εχθρικοί. Γύρισε να κοιτάξει το Θρέρα κατάματα.

«Ο λόγος που ριψοκινδύνευσα το τομάρι μου για χάρη σας, είναι το ότι η ζωή μου έχει διδάξει πως υπάρχουν μόνο δυο τρόποι από τους οποίους μπορείς να διαλέξεις να τη ζήσεις: με τον εύκολο ή με το σωστό τρόπο. Προσωπικά, εγώ προτιμώ να κάνω πάντα το σωστό – είτε πρόκειται για θέμα ηθικής ή απλώς υπεράσπιση της τιμής μου σαν άνθρωπος.» Ξαφνιάστηκε, βλέποντας μια περίεργη ελπιδοφόρα έκφραση η οποία ξαφνικά εμφανίστηκε στο πρόσωπο του ετοιμοθάνατου Αρχικούνελου.

«Τότε, σε αυτή τη περίπτωση, θέλω να μου κάνεις μια τελευταία χάρη πριν πεθάνω. Πλησίασε και δώσε μου τα χέρια σου,» τον διέταξε. Ο Άλαν, παρότι τα είχε χαμένα, απορώντας τι στο καλό ήθελε αυτός ο γέρο-ξεκούτης κούνελος, όταν μόλις πριν από λίγες ώρες είχε σκοπό να τον σκοτώσει σαν κατάσκοπο, υπάκουσε. Ο ετοιμοθάνατος κούνελος του πήρε τα χέρια και τα ακούμπησε πάνω από τη καρδιά του, σαν σε θρησκευτική τελετή, με τα μπροστινά του πόδια. Παρότι τη γηρατειά του, και ότι ήταν θανάσιμα τραυματισμένος, ο Αρχικούνελος ήταν ακόμη εντυπωσιακά δυνατός.

«Ξένε, σου εμπιστεύομαι το μέλλον του λαού μου στα χέρια σου,» είπε στον Άλαν, «Σου αναθέτω την αποστολή να τους βοηθήσεις να βρουν ένα νέο σπίτι κάπου μακριά – καθώς και να τους προστατέψεις από τον Σκοτεινό, τον οποίο ενδέχεται να συναντήσουν στο δρόμο τους. Έχω το λόγο της τιμής σου;»

Ο Άλαν απορούσε ποιος, ή πιο συγκεκριμένα τι, μπορούσε να είναι αυτός ο 'Σκοτεινός', αλλά ότι και να ήταν, τώρα πια το μέλλον των κουνελιών φίλων του ήταν αποκλειστικά στα χέρια του. Όπως και τον είχε προειδοποιήσει ο Περούκας, με αυτά που γνώριζε από το βιβλίο του Άνταμς, είχε την ευθύνη, είτε του άρεσε είτε όχι. Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, έδωσε τον όρκο του.

«Σου υπόσχομαι πως θα κάνω το παν για να προστατέψω το λαό σου από κακό και να τους βοηθήσω να κάνουν μια νέα αρχή σε ένα νέο τόπο. Σου το ορκίζομαι με τη ζωή μου!» Ο Θρέρα τον κοίταξε με ευγνωμοσύνη. Το μέλλον του λαού του, παρότι αβέβαιο, τώρα ήταν σε καλά χέρια.

«Σε ευχαριστώ, ιθέ. Μην με υποτιμάς – εξακολουθώ να μην εμπιστεύομαι το είδος σου και δεν εγκρίνω τα κουνέλια να έχουν σχέσεις με ανθρώπους, αλλά σέβομαι το θάρρος σου. Τώρα πήγαινε. Ένα μακρινό και δύσκολο ταξίδι σε περιμένει. Ο Φρίθ μαζί σου!»

Ξαπλώνοντας πάλι κάτω, η αναπνοή του έγινε βαριά μέχρι που σταμάτησε τελείως και τα γέρικα μάτια του έκλεισαν για τελευταία φορά. Ήταν νεκρός. Ο Άλαν τράβηξε τα χέρια του από τη σφικτή λαβή του Θρέρα. Γυρίζοντας το κεφάλι του, είδε τους φίλους του να τον κοιτάζουν επίμονα από την είσοδο της φωλιάς, καθώς τηρούσαν ένα λεπτό σιγής για τον Αρχικούνελο τους.

«Λυπάμαι για το θείο σου, Ασημή,» είπε στον μεγαλόσωμο με ασημή τρίχωμα κούνελο, χαϊδεύοντας τον καθιστικά στον ώμο. Παρότι ο Ασημής προφανώς είχε τις διαφορές του με τον θείο του, ο Θρέρα ήταν ο τελευταίος συγγενής του, εξαιρώντας την αδελφή του τη Βιολέτα, και τώρα που ο Θρέρα είχε πεθάνει, κάθε ελπίδα να συμφιλιωθούν είχε χαθεί. Τον Ασημή ωστόσο, δεν φαινόταν να τον προβληματίζει και πολύ.

«Δεν πειράζει. Ήταν νεκρός στα μάτια μου εδώ και πολύ καιρό,» είπε ψυχρά, κοιτώντας με αδιαφορία το πτώμα του θείου του. Ο Θρέρα προφανώς τον είχε πληγώσει τόσο πολύ όσο ζούσε που ο Ασημής δεν μπορούσε να το βρει μέσα στη καρδιά του να τον συγχωρέσει ποτέ.

«Καταλαβαίνεις πως δίνοντας έναν όρκο ζωής σε έναν Αρχικούνελο, είσαι υποχρεωμένος με το λόγο της τιμής σου να τον εκπληρώσεις, ή αλλιώς να πεθάνεις προσπαθώντας,» είπε ο Πουρνάρης στον Άλαν, «Είναι ένα αρχαίο έθιμο μεγάλης τιμής. Εάν δεν τηρήσεις τον όρκο σου, θα κουβαλάς τη ντροπή ενός δειλού για πάντα…»

«Δεν με νοιάζει εάν έπρεπε να δώσω όρκο τιμής ή όχι,» είπε με σιγουριά ο Άλαν, «Είναι καθαρά θέμα ηθικού καθήκοντος εκ μέρους μου. Όπως και είπε νωρίτερα ο Περούκας, αφού ξέρω το μέλλον σας, έχω μια υποχρέωση – και εγώ δεν ξεχνάω της υποχρεώσεις μου προς τους φίλους μου.»

«Έχεις πράγματι τη καρδιά κουνελιού,» τον επαίνεσε ο Πουρνάρης. Η υπόσχεση του Άλαν στο Θρέρα τον είχε εντυπωσιάσει τόσο πολύ που ένιωθε ένα νέο σεβασμό για αυτόν τον άνθρωπο, «Λυπάμαι τόσο πολύ για τη συμπεριφορά μου νωρίτερα. Άφησα τον εγωισμό μου να με τυφλώσει.» Ο Άλαν χαμογέλασε θερμά στον Λοχαγό της Άουσλα, δέχοντας τη συγγνώμη του. Για έναν άνθρωπο σαν τον Άλαν Τζόνσον, ο οποίος είχε δει πολύ χειρότερα πράγματα από το να πεθάνει παγιδευμένος μέσα σε αυτή την τρύπα, το ότι έχει κερδίσει τη φιλία και την εμπιστοσύνη αυτών των κουνελιών σήμαινε πολλά για αυτόν. Τουλάχιστον, εδώ θα πέθαινε ανάμεσα σε φίλους, παρά μόνος και δυστυχής.

Εκείνη τη στιγμή, ο Περούκας, ο οποίος είχε πάει να ψάξει για καμιά άλλη έξοδο, ήρθε τρέχοντας σε κατάσταση σοκ. Τι είχε βρει; Όλοι γύρισαν να τον κοιτάξουν, «Βρήκες κανέναν άλλο ζωντανό εκεί πίσω;»

«Όχι, η φωλιά έχει καταρρεύσει εντελώς και από εκεί,» τους είπε, «Εάν υπάρχει κανείς εκεί μέσα, είναι σίγουρα όλοι νεκροί. Όμως υπάρχει κάτι άλλο το οποίο πρέπει να δείτε…»

Τους οδήγησε σε ένα άλλο λαγούμι. Εκεί μέσα, η οροφή είχε καταρρεύσει από ένα ογκώδες μεταλλικό αντικείμενο το οποίο είχε πέσει μέσα από το διαλυμένο ταβάνι. Κοιτάζοντας με το φακό του, ο Άλαν κατάλαβε πως ήταν η τσακισμένη άτρακτος του ελικοπτέρου το οποίο είχαν ακούσει να πέφτει από τον ουρανό – το ίδιο ελικόπτερο το οποίο τους είχε παγιδεύσει εδώ κάτω όταν είχε συντριβεί ακριβώς πάνω από το κουνελότοπο. Κρίνοντας από το χακί χρώμα της ατράκτου ήταν στρατιωτικό, πιο συγκεκριμένα της Βασιλικής Αεροπορίας, πιθανότατα ένα σωστικό σκάφος αναζητώντας αυτόν και τους συντρόφους του.

Το ελικόπτερο βρισκόταν πεσμένο στο πλάι, σε μια επικίνδυνη κλίση, με τη δεξιά πλευρά και τη μύτη γυρισμένη προς το πάτωμα της φωλιάς και η αριστερή πλευρά και η ουρά ακόμη να προεξέχουν στην επιφάνεια, σφραγίζοντας την τρύπα, την οποία θα μπορούσαν αλλιώς να χρησιμοποιήσουν για διέξοδο, σαν φελλός σε μπουκάλι. Ο έλικας είχε διαλυθεί όταν οι λεπίδες είχαν χτυπήσει τα δέντρα στη συντριβή και η γυάλινη φούσκα του πιλοτηρίου είχε γίνει χαλκομανία από τη βίαια πρόσκρουση στο έδαφος. Ένα μικρό ποτάμι αίματος έτρεχε μέσα από τις λαμαρίνες, το οποίο ήταν το πολτοποιημένο πτώμα ενός από τους πιλότους, ο οποίος είχε γίνει λιώμα από το παρμπρίζ που τον είχε καταπλακώσει. Καύσιμο έτρεχε από ένα σπασμένο σωλήνα, πλημμυρίζοντας το πάτωμα της φωλιάς με εύφλεκτη κηροζίνη. Ο Άλαν πάγωσε.

Υπέροχα. Ένα δεν πάθουμε ασφυξία ή να πεθάνουμε από ασιτία, πάντα υπάρχει και η πιθανότητα να καούμε ζωντανοί, σκέφτηκε. Η κατάσταση μόλις είχε χειροτερέψει. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια σπίθα από κάποιο καλώδιο και το ελικόπτερο θα τυλιγόταν στις φλόγες στη στιγμή. Ήταν παγιδευμένοι παρέα με μια ωρολογιακή βόμβα, έτοιμη να εκραγεί. Μέσα σε αυτή τη τρύπα, δεν είχαν πουθενά να κρυφτούν.

Ξαφνικά ένας καινούργιος θόρυβος μέσα από το ελικόπτερο τους τράβηξε την προσοχή. Ήταν μια ανθρώπινη φωνή να φωνάζει για βοήθεια. Κάποιο μέλος του πληρώματος ήταν ζωντανός! Μπορούσαν να τον ακούσουν να μιλάει, σαν σε παραλήρημα, προσπαθώντας να επικοινωνήσει με τον ασύρματο του.

«…ΣΟΣ! ΣΟΣ! Εδώ RAF-218, καλώ τη Βάση Γκρίνχαμ. Έχουμε συντριβεί! Αντιμετωπίσαμε κάτι περίεργες αναταράξεις και χάσαμε τον έλεγχο… Παρακαλώ, απαντήστε αμέσως… Με λαμβάνει κανείς…;» Τότε η φωνή του σταμάτησε και κατάλαβαν πως ή είχε πεθάνει ή απλώς είχε χάσει τις αισθήσεις του. Ο Άλαν κοίταξε τους συντρόφους του.

«Περιμένετε εδώ. Θα ανέβω εκεί μέσα, να δω εάν μπορώ να τον βοηθήσω.» Οι φίλοι του τον κοίταξαν λες και ήταν ένας τρελός με τάσεις αυτοκτονίας.

«Θα ανέβεις σε αυτό το χρουντουντού που μόλις κατέστρεψε έναν ολόκληρο κουνελότοπο; Τρελάθηκες;» Όλα τα κουνέλια κοιτούσαν το κατεστραμμένο ελικόπτερο με φόβο, λες και περίμεναν να ξανασηκωθεί και να τους ορμήσει από στιγμή σε στιγμή. Στην άγνοια τους για ανθρώπινες μηχανές, δεν γνώριζαν ότι, παρότι μερικές φορές ήταν επικίνδυνες, χωρίς άνθρωπο να τις κουμαντάρει, δεν ήταν παρά άκακα, άψυχα μαραφέτια.

«Εκείνος ο άνθρωπος χρειάζεται βοήθεια, Περούκα! Άφησε με!»

Η πόρτα στη δεξιά πλευρά έλειπε, μάλλον είχε ξεκολλήσει στη συντριβή, οπότε ο Άλαν δεν είχε πρόβλημα να επιβιβαστεί στο διαλυμένο ελικόπτερο. Η κεντρική καμπίνα, παρότι ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση, ήταν ένα χάος. Όλα τα ντουλαπάκια είχαν ανοίξει και τα περιεχόμενα τους βρίσκονταν σκορπισμένα παντού στον τοίχο, που είχε γίνει το πάτωμα της καμπίνας. Αλεξίπτωτα, φακοί, φορεία, φιάλες οξυγόνου, ιατρικές προμήθειες και εξοπλισμός των πιλότων υπήρχαν παντού. Βλέποντας όλο αυτό το θησαυρό, ο Άλαν έπρεπε να συγκρατήσει τον πειρασμό του να σταματήσει να ψάξει. Αυτή τη στιγμή, ο άνθρωπος παγιδευμένος μέσα στο πιλοτήριο είχε προτεραιότητα.

Η γεννήτρια του ελικοπτέρου είχε σβήσει στη συντριβή, αλλά οι εφεδρικές μπαταρίες ήταν ακόμη σε λειτουργία, κρατώντας τα φώτα έκτακτης ανάγκης αναμμένα, επιτρέποντας στον Άλαν να βλέπει χωρίς φακό. Μπορούσε να δει το πτώμα ενός μέλους του πληρώματος – μάλλον τον χειριστή του βιντσιού – ακόμη δεμένο στο κάθισμά του με τη ζώνη του. Το κεφάλι του ήταν γυρισμένο σε μια αδύνατη γωνία, από όταν είχε σπάσει το σβέρκο του στη πρόσκρουση. Το διπλανό κάθισμα όπου συνήθως καθόταν ο γιατρός πτήσης ήταν άδειο. Ο φουκαράς μάλλον θα έπεσε από το ελικόπτερο όταν ξεκόλλησε η πόρτα, σκέφτηκε α Άλαν, ανατριχιάζοντας από τη σκέψη. Προσέχοντας τα βήματα του, ανέβηκε προς το πιλοτήριο.

Ο πιλότος στην αριστερή πλευρά ήταν βέβαια ήδη νεκρός, παγιδευμένος μέσα στις λαμαρίνες του παρμπρίζ και του πίνακα ελέγχου που τον είχαν κυριολεκτικά συνθλίψει σαν ανθρώπινη κατσαρίδα. Ο πιλότος στην δεξιά πλευρά ωστόσο ήταν πιο τυχερός. Από θαύμα, η πλευρά του πιλοτηρίου όπου καθόταν δεν είχε καταστραφεί εντελώς που τον είχε κρατήσει ζωντανό. Έτρεχε αίμα κάτω από το ραγισμένο κράνος του αλλά ο θώρακας του ανεβοκατέβαινε με την αναπνοή του, ένδειξη πως ζούσε ακόμη.

Ο Άλαν πλησίασε και προσεχτικά έβγαλε το κράνος του πιλότου. Το ματωμένο πρόσωπο που αντίκρισε από κάτω τον έκανε να ανατριχιάσει ολόκληρο. Το πρόσωπο του πιλότου ήταν γεμάτο με βαθιές εκδορές από θραύσματα τζαμιού από το διαλυμένο παρμπρίζ και τα όργανα πτήσης. Ένα μεγάλο θραύσμα προεξείχε από το ένα μάτι του. Ήταν δύσκολο να δει πόση ζημιά είχε γίνει – τα αίματα έκρυβαν τα πάντα.

Ο Άλαν τον κούνησε απαλά. Ο πιλότος δεν έλεγε να ξυπνήσει. Παίρνοντας μια μάσκα οξυγόνου από ένα ράφι, την ακούμπησε στο πρόσωπο του, δίνοντας του αναπνοές καθαρού οξυγόνου. Σε λίγο, ο πιλότος άρχισε να ανακτά τις αισθήσεις του. Τυφλωμένος από όλα τα αίματα μέσα στα μάτια του, ψαχούλεψε τριγύρω, μέχρι που άρπαξε το μανίκι του Άλαν.

«Σμίθ; Στέισυ; Χάρισον; Εσείς είστε, παιδιά;»

«Ήρεμα, φίλε. Έχεις χτυπήσει άσχημα. Κάτσε να σε βοηθήσω να κατέβεις.» Κόβοντας τους ιμάντες από τη ζώνη ασφαλείας του με το μαχαίρι του, κατέβασε τον πιλότο από το κάθισμά του. Ο άνθρωπος σάστισε ακούγοντας τη φωνή ενός ξένου να του μιλάει. Σκουπίζοντας λίγο αίμα από το ένα μάτι του που δεν είχε πειραχθεί, επιτέλους μπόρεσε και είδε τον Άλαν.

«Ποιος διάολο είσαι εσύ; Από πού ξεφύτρωσες;»

«Συγγνώμη, το όνομα μου είναι Άλαν Τζόνσον,» του συστήθηκε ο Άλαν, βοηθώντας τον να σταθεί. Τον έψαξε για κατάγματα αλλά ευτυχώς δεν βρήκε κανένα. Ο πιλότος, ζαλισμένος από διάσειση και το άσχημο σοκ που είχε πάθει από το ατύχημα, ζοριζόταν να σταθεί στα πόδια του, αλλά κατά τα άλλα δεν φαινόταν βαριά τραυματισμένος.

«Σμηναγός Τζέημς Μακιούχαν, Βασιλική Αεροπορία,» είπε στον Άλαν, «Υποθέτω πως είστε ένας από τους επιβάτες εκείνου του Τσέσνα που εξαφανίστηκε τις προάλλες. Υπάρχουν άλλοι επιζώντες…;»

«Ναι, αλλά αυτή δεν είναι η σωστή στιγμή να το συζητήσουμε. Το ελικόπτερο σου μπορεί να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή. Πρέπει να φύγουμε από εδώ γρήγορα! Κρατήσου πάνω μου.» Οδήγησε τον Μακιούχαν προς την έξοδο και μέσα στο λαγούμι. Ο πιλότος σάστισε, ξαφνικά καταλαβαίνοντας πως βρίσκονταν παγιδευμένοι στο υπέδαφος. Ο Άλαν τον συγκράτησε προτού σκοντάψει. «Μπορείς να περπατήσεις;»

«Μπορώ να κουβαλήσω το ίδιο μου το βάρος, ευχαριστώ πολύ,» μουρμούρισε, δείχνοντας κάπως ενοχλημένος που τον μεταχειρίζονταν σαν κανένα ανάπηρο. Η στρατιωτική περηφάνια του δεν του επέτρεπε να δέχεται βοήθεια από πολίτες – και από το ίδιο τον άνθρωπο τον οποίο είχε έρθει να διασώσει! Τότε, ξαφνικά θυμήθηκε το υπόλοιπο πλήρωμα του. «Στάσου, που είναι οι άντρες μου…;»

«Είναι όλοι νεκροί εκεί μέσα,» είπε ο Άλαν, τραβώντας τον Μακιούχαν μακριά από το ελικόπτερο. «Έλα, να σε πάω στο καταφύγιο μας και να βρούμε κάτι για το μάτι…» Ο Μακιούχαν όμως δεν τον άκουγε καθώς εκείνη τη στιγμή πρόσεξε τα γιγαντιαία κουνέλια που στέκονταν μπροστά του. Πάγωσε εκεί που στεκόταν, αντικρίζοντας με γουρλωμένα μάτια αυτό το τρελό, εάν όχι εφιαλτικό, θέαμα.

«Θεέ μου…»

«Είναι εντάξει, Σμηναγέ,» τον καθησύχασε ο Άλαν, «Είναι φίλοι μου. Θα σας εξηγήσω αργότερα… Ε, Περούκα, Ασημή! Βοηθήστε τον, είναι τραυματισμένος.» Τα κουνέλια δίστασαν λίγο, χωρίς να είναι σίγουροι εάν έπρεπε να βοηθήσουν αυτόν τον άλλο άνθρωπο που ο φίλος τους είχε βγάλει από την κοιλιά του χρουντουντού που είχε ισοπεδώσει τον κουνελότοπο τους, ο οποίος, σε αντίθεση με τον Άλαν, ίσως να ήταν εχθρικός. Βλέποντας όμως την άσχημη κατάσταση του Μακιούχαν, πλησίασαν και, στηρίζοντας τον, τον οδήγησαν στη φωλιά όπου είχαν τον Φελόχορτο και το Φρύνο. Ο Άλαν όμως δεν τους ακολούθησε και ανέβηκε πάλι μέσα στο ελικόπτερο.

Όλα τα σκάφη της Βασιλικής Αεροπορίας, ήξερε, πάντα κουβαλούσαν προμήθειες και εξοπλισμό έκτακτης ανάγκης, που χρειάζονταν επειγόντως. Με το ελικόπτερο σε κίνδυνο να εκραγεί από στιγμή σε στιγμή, δεν σπατάλησε χρόνο ψάχνοντας. Αρπάζοντας το ιατρικό κουτί από τη θήκη του και κάτι φακούς που είχε βρει χάμω στο πάτωμα, γύρισε να φύγει, όταν ξαφνικά πρόσεξε κάτι. Αρχικά, νόμιζε πως ήταν μονάχα τα φώτα έκτακτης ανάγκης που τρεμοέσβηναν στο σκοτάδι. Αλλά τότε κατάλαβε πως ήταν το φως από το σέλας στον νυχτερινό ουρανό, το οποίο έλαμπε μέσα από το παράθυρο στην άλλη πόρτα της καμπίνας, η οποία προεξείχε μέσα από την τρύπα στην οροφή του λαγουμιού… Είχε βρει μια διέξοδο προς την επιφάνεια!

Καταχαρούμενος, έπιασε τον μοχλό απασφάλισης της πόρτας και το γύρισε. Αλλά η πόρτα είχε φρακάρει ερμητικά, ώστε δεν μπορούσε να την ανοίξει παρά μόνο λίγα εκατοστά – αρκετά για να χωρέσει το μπράτσο του μέσα αλλά όχι ο ίδιος. Ψαχουλεύοντας μέσα από τη σχισμή στην πόρτα, κατάλαβε πως υπήρχε ένα πεσμένο δέντρο το οποίο αμπάρωνε την πόρτα. Αδύνατον να το μετακινήσει μόνος του.

Παίρνοντας ένα πυροσβεστικό τσεκούρι από τη θήκη του, άρχισε να χτυπάει το τζάμι του παραθύρου, προσπαθώντας να το σπάσει. Δυστυχώς, το τζάμι, όπως και σε όλα τα αεροσκάφη της αεροπορίας, ήταν αλεξίσφαιρο, όπως και η υπόλοιπη άτρακτος, για να προστατεύεται το πλήρωμα από εχθρικά πυρά. Όσο δυνατά και να το χτυπούσε με το τσεκούρι, δεν μπορούσε να του κάνει ούτε χαραμάδα.

Νιώθοντας απελπισία, κοίταξε μάταια τριγύρω για καμιά άλλη διέξοδο, καμιά τρύπα, οτιδήποτε… Τίποτα. Είχε πέσει σε αδιέξοδο. Απογοητευμένος, πήρε το φαρμακείο που είχε βρει και κατέβηκε από τα συντρίμμια, όπου βρήκε τον Ασημή να τον περιμένει.

«Τι τρέχει;»

«Εκείνο το ρεμάλι ο Φρύνος έχει συνέλθει. Καλύτερα να έρθεις αμέσως.» Ακολούθησε τον Ασημή πίσω στο καταφύγιο, όπου βρήκαν τον Περούκα και τον Πουρνάρη να βάζουν τις φωνές στο Φρύνο. Ο διεφθαρμένος στρατιώτης ήταν όντως επιτέλους ξύπνιος, τα μάτια του κόκκινα και αποπροσανατολισμένα από τη διάσειση, αλλά πολύ ζωντανός.

Αυτός ο κερατάς είναι ένα επίμονο κάθαρμα, σκέφτηκε ο Άλαν, κοιτάζοντας με ικανοποίηση τον Φρύνο να τρέμει ολόκληρος ενώ ο λοχαγός του του τα έψελνε.

«…Υποθέτω πως αυτή είναι η αγαπημένη σου τακτική, να διαψεύδεσαι στον Αρχικούνελο σου για να κερδίσεις μια προαγωγή; Πόσες φορές έχεις πει ψέματα στους ανώτερους σου, εις βάρος των πάροικων; Έννοια σου, νεαρέ, εάν βγούμε ποτέ ζωντανοί από εδώ, θα φροντίσω ώστε να μην υπηρετήσεις στην Άουσλα μου ποτέ ξανά!» Αλλά ο θυμός του Πουρνάρη δεν ήταν τίποτα μπροστά στου Περούκα, ο οποίος, θηρίο ανήμερο, φαινόταν έτοιμος να σκοτώσει τον Φρύνο εκεί που στεκόταν. Το ότι αυτό το δειλό απόβρασμα τον είχε παγιδεύσει για να του κλέψει το βαθμό του σαν αξιωματικός ήταν ένα ασυγχώρητο σφάλμα.

«Νομίζεις πως δεν γνωρίζω πως εσύ και ο Αστεροκέφαλος φέρεστε στους πάροικους;» μούγκρισε αγριεμένα, τα μάτια του κυριολεκτικά να καίνε από το θυμό του, «Ε, λοιπόν, αυτή τη φορά, το παρατράβηξες το σχοινί και θα τη πληρώσεις πολύ ακριβά! Έχεις μπλέξει, γιόκα μου – και έχεις μπλέξει πολύ άσχημα!» Παρότι ήταν πολύ φοβισμένος – ή μάλλον, πολύ δειλός – να τα βάλει με τον λοχαγό του, ο Φρύνος δεν δίστασε να αντιμιλήσει σε έναν συνάδελφο αξιωματικό, τον οποίο και αντιπαθούσε τόσο πολύ. Θυμωμένος, γύρισε να κοιτάξει τον Περούκα.

«Ποιος νομίζεις ότι είσαι να με κρίνεις, Θλέιλι;» φώναξε, «Εγώ απλώς έκανα το καθήκον μου – εσύ ήσουν αυτός που έκρυβε αυτούς τους προδότες από την αρχή! Αυτοί έφεραν αυτούς τους ιθέλ εδώ και τώρα, εξαιτίας τους, βρισκόμαστε σε αυτή την κατάσταση! Εάν πρέπει κάποιος να κριθεί είσαι εσύ, Θλέιλι, που δεν τους σκότωσες με την πρώτη ευκαιρία...!»

«Μια κατάσταση η οποία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί εντελώς εάν δεν είχες καταστρέψει την ευκαιρία του φίλου μας να προειδοποιήσει τον Θρέρα!» τον διόρθωσε ο Περούκας, «Εσύ το έστρεψες εναντίον μας με τα ψέματα σου, εγωιστικό κάθαρμα!»

«Άρα ομολογείς πως είσαι με το μέρος αυτών των αποβρασμάτων!» έφτυσε ο Φρύνος, κοιτάζοντας με μίσος τον Άλαν, ο οποίος παρείχε τις πρώτες βοήθειες στον Μακιούχαν, «Προδίδεις το ίδιο σου το είδος, Θλέιλι! Ούτε περηφάνια, ούτε αξιοπρέπεια! Μόνο να υπερασπίζεσαι άχρηστους πάροικους και τώρα παίρνεις το μέρος ανθρώπων, προδότη! Πιο αξιολύπητο παράδειγμα αξιωματικού της Άουσλα δεν μπορούσες να γίνεις…»

Αυτή τη φορά όμως, το ποτήρι είχε όντως ξεχειλίσει. Χάνοντας την υπομονή του, ο Περούκας έπεσε καταπάνω στο Φρύνο, χτυπώντας τον δυνατά στο ήδη τραυματισμένο κεφάλι του. Ο Φρύνος έπεσε αναίσθητος. Μουγκρίζοντας σαν μανιασμένος ταύρος, ο Περούκας ήταν έτοιμος να τον ξαναχτυπήσει και ίσως να τον βγάλει οριστικά από τη μιζέρια του, αλλά ο Πουρνάρης και ο Ασημής τον συγκράτησαν, «Περούκα, μη! Θα τον σκοτώσεις!»

«Πως τολμά αυτό το τιποτένιο, άθλιο υποκείμενο να μου μιλάει έτσι!» μούγγρισε, τόσο θυμωμένος που φαινόταν έτοιμος να κάνει φονικό, «Ώστε είμαι αξιολύπητος αξιωματικός της Άουσλα, ε; Θα τον κάνω…!»

«Περούκα, αρκετά! Κάτσε κάτω. Είναι διαταγή!» του φώναξε ο Πουρνάρης και ο Περούκας, ο οποίος ακόμη σεβόταν το βαθμό του ανώτερου του, υπάκουσε, και ηρέμησε κάπως. Κοίταξε με κακία τον Φρύνο, ο οποίος τώρα βρισκόταν πάλι αναίσθητος στο έδαφος. Τουλάχιστον, δεν θα άκουγαν περισσότερα από τα σχόλια του, σκέφτηκε ο Άλαν.

«Βρήκες καμιά άλλη έξοδο εκεί πίσω;» ρώτησε ο Ασημής, προσπαθώντας να αλλάξει το θέμα, προτού μπορέσει ο Περούκας να ξαναχάσει την υπομονή του.

«Ναι, αλλά μην ελπίζεις και πολύ, Ασημή,» του απάντησε ο Πουρνάρης, «Είναι εντελώς αποκλεισμένο από εκείνο το…το νεκρό χρουντουντού. Εκτός και αν κάποιο θαύμα του Φρίθ μπορεί να το μετακινήσει, είμαστε καταδικασμένοι…» Αλλά ο Άλαν, ακούγοντας τα λόγια του Πουρνάρη, ξαφνικά είχε μια ιδέα. Θα ήταν ένα μεγάλο ρίσκο να το προσπαθήσουν, αλλά δεν είχαν άλλη λύση. Γύρισε να μιλήσει στον Μακιούχαν.

«Σμηναγέ, έχει το ελικόπτερο σου κάποιο βίντσι για να σηκώνει βαριά φορτία;» Ο Μακιούχαν του νέψε.

«Ναι, για μεταφορά φορείων με τραυματίες,» του είπε, «Που θέλετε να καταλήξετε, δόκτωρ;»

«Υπάρχει τρόπος να του δώσουμε ρεύμα ακόμη και αν η μηχανή του ελικοπτέρου δεν λειτουργεί;» ρώτησε ο Άλαν, χωρίς να απαντήσει την ερώτηση του Μακιούχαν. Ο Σμηναγός συλλογίστηκε, χωρίς να έχει τι παραμικρή ιδέα που αυτός ο τρελός καθηγητής το πήγαινε.

«Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να πειράξουμε τις καλωδιώσεις για να τραβήξουμε ισχύ απευθείας από τις μπαταρίες – εάν δεν έχουν διαλυθεί, φυσικά,» του είπε, «Δεν ξέρω. Είμαι πιλότος, όχι μηχανικός αεροσκαφών. Αλλά, δεν μου είπατε, ποιος είναι ο λόγος για όλη αυτή την συζήτηση;»

«Μπορείτε να μας εξηγήσετε τι στο όνομα της Ίνλε συζητάτε εκεί πέρα;» τους διέκοψε ο Περούκας. Εκείνος και τα υπόλοιπα κουνέλια άκουγαν τους δυο ανθρώπους να μιλάνε για τα αλαμπουρνέζικά τους, χωρίς να καταλαβαίνουν λέξη. Καθόλου περίεργο, αφού η ανθρώπινη ορολογία ήταν εντελώς άγνωστη στο λεξιλόγιο τους. Τι ήταν το βίντσι; Και οι μπαταρίες; Ο Άλαν τους εξήγησε.

«Νομίζω βρήκα πως θα γλιτώσουμε από αυτό τον τάφο.» Ήταν πολύ απλό: θα χρησιμοποιούσαν το ανέπαφο βίντσι του ελικοπτέρου σαν αυτοσχέδιο γερανό για να μετακινήσουν το πεσμένο δέντρο που έκλεινε την έξοδο τους. Ο Μακιούχαν όμως είχε σοβαρές αμφιβολίες.

«Ενδιαφέρουσα ιδέα, δόκτωρ, αλλά φοβάμαι πως υπάρχει ένα πρόβλημα. Για να ασφαλίσουμε το βίντσι στη θέση του, χρειάζεται κάποιος από έξω για να το κάνει. Δεν γίνεται από εδώ κάτω.» Ο Άλαν αμέσως σκέφτηκε τους υπόλοιπους συντρόφους τους, οι οποίοι είχαν προλάβει να βγουν από δω πριν τη καταστροφή. Αλλά σίγουρα, δεν θα είχαν φύγει έως τώρα, νομίζοντας πως είναι νεκροί;

«Μην περιμένεις βοήθεια από τους άλλους,» του είπε ο Πουρνάρης, «Αποκλείεται να έμεναν εδώ για πολύ. Σε περίπτωση καταστροφής, θα εγκατέλειπαν το συντομότερο τον κουνελότοπο, αλλιώς θα τραβούσαν την προσοχή των ελίλ…» Ήταν μάταιο. Σιγά, σιγά, η σκληρή πραγματικότητα της κατάστασης τους άρχισε να γίνεται ξεκάθαρη. Ήταν ολομόναχοι, εγκαταλελειμμένοι να πεθάνουν θαμμένοι ζωντανοί εδώ κάτω.

«Καλύτερα να πάμε να μαζέψουμε ότι άλλες προμήθειες μπορούμε να βρούμε από το ελικόπτερο,» είπε τελικά ο Άλαν, «Οι τραυματίες θα είναι πιο άνετα σε φορεία, παρά σε αυτό το βρώμικο άχυρο.» Μαζί με τον Πουρνάρη, τον Περούκα και τον Μακιούχαν, ο οποίος ήδη ένοιωθε καλύτερα και ήθελε να βοηθήσει, επέστρεψαν στο ελικόπτερο και άρχισαν να ξεφορτώνουν οτιδήποτε χρήσιμο μπορούσαν να βρούν.

Πρώτα ξεφόρτωσαν τα δυο πτώματα του υπόλοιπου πληρώματος και τα τύλιξαν σε σάκους από ύφασμα φτιαγμένο από τα αλεξίπτωτα. Τους μετέφεραν σε ένα διπλανό λαγούμι, οπού να μη φαίνονται, μαζί με τις σορούς του Θρέρα και των υπόλοιπων κουνελιών του Σάντλεφορντ που είχαν σκοτωθεί στην καταστροφή. Βγάζοντας δύο διπλωτά φορεία, τα έφεραν πίσω στο καταφύγιο και έβαλαν τον Φρύνο και τον Φελόχορτο πάνω.

Ο Άλαν ξεφόρτωνε κάτι κουβέρτες από αλουμινόχαρτο από ένα ντουλαπάκι για τους τραυματίες. Η γυαλιστερή επιφάνεια τους ήταν σαν καθρέπτης, στην οποία φαινόταν το είδωλο του ουρανού πάνω από το κεφάλι του. Η ελευθερία ήταν τόσο κοντά και αυτοί δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα… Σκέφτηκε τον Ντέρεκ και τον Ρόμπινς και πως οι δυο τους θα τα κατάφερναν μόνοι τους, παρέα με τα υπόλοιπα κουνέλια. Εάν μόνο είχαν κάποιο ασύρματο να επικοινωνήσουν, να τους πούνε πως είναι ακόμη ζωντανοί… Τότε, κοιτάζοντας πάλι τις αλουμινένιες κουβέρτες, με τις γυαλιστερές σαν καθρέφτες επιφάνειές τους, και στην ρωγμή στην φρακαρισμένη πόρτα, του ήρθε μια καινούργια ιδέα. Δεν υπήρχε στιγμή για χάσιμο. Γύρισε γρήγορα στους συντρόφους του.

«Πηγαίνετε και φέρτε τους άλλους εδώ πέρα αμέσως! Έχω μια ιδέα.» Ο Πουρνάρης και ο Καμπανούλης που χάζευαν τα διάφορα αντικείμενα που ο Άλαν και ο Μακιούχαν είχαν ξεφορτώσει από το ελικόπτερο, τα οποία δεν είχαν ξαναδεί ποτέ στη ζωή τους, δεν έχασαν λεπτό και έφυγαν τρέχοντας. Ώσπου να έρθουν, ο Άλαν στρώθηκε στη δουλειά.

Ψάχνοντας ανάμεσα στον εξοπλισμό που είχε ξεφορτώσει, βρήκε τα υλικά που χρειαζόταν: ένα δυνατό φακό, ένα ρολό γκρίζας κολλητικής ταινίας, ένα μακρύ, λεπτό σίδερο που είχε ξηλώσει από την καμπίνα του ελικοπτέρου και μια από τις αλουμινένιες κουβέρτες. Με λίγο πρόχειρο μαστόρεμα, έδεσε με ταινία την κουβέρτα στη μια άκρη του σίδερου και το σήκωσε μέσα από τη σχισμή στην πόρτα, σαν σημαία. Δείχνοντας την ακτίνα φωτός προς τα πάνω, ώστε να ανακλάται οριζοντίως πάνω στη κουβέρτα, αυτοσχεδίασε μια λάμπα Μορς, που μπορούσε να φαίνεται σε ακτίνα αρκετών εκατοντάδων μέτρων σε κάθε κατεύθυνση. Αναβοσβήνοντας το φακό του σύντομά και μακριά χρονικά διαστήματα, που αντιστοιχούσαν σε τελείες και παύλες, άρχισε να στέλνει το μήνυμα του.

Σ-Ο-Σ/Τ-Ε-Σ-Σ-Ε-Ρ-Ι-Σ/Α-Κ-Ο-Μ-Η/Ζ-Ω-Ν-Τ-Α-Ν-Ο-Ι. Επανέλαβε το μήνυμα του αρκετές φορές, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

«Που έμαθες σήματα Μορς τόσο καλά;» τον ρώτησε ο Μακιούχαν, ο οποίος είχε εντυπωσιαστεί από την εφευρετικότητα του Άλαν, «Κανείς δεν το χρησιμοποιεί πια, ούτε οι πιλότοι του Βασιλικού Ναυτικού.»

«Ο πατέρας μου μου το έμαθε όταν ήμουν παιδί, καθώς και πώς να κατασκευάσω αυτή τη λάμπα,» είπε ο Άλαν, «Μου έλεγε, σε κατάσταση επιβίωσης, μπορεί να σου σώσει τη ζωή.» Οι δυο τους κράτησαν τα μάτια τους καρφωμένα πάνω στη λάμπα, η οποία λειτουργούσε και σαν περισκόπιο για να βλέπουν τον ορίζοντα για σημάδια κίνησης. Μέχρι τώρα, κανείς δεν είχε εμφανιστεί.

«Δεν μας βλέπουν,» είπε απογοητευμένα α Μακιούχαν, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του, «Ή έχουν απομακρυνθεί πολύ, ή τα δέντρα εμποδίζουν το σήμα. Χάνουμε το χρόνο μας…» Αλλά, εκείνη τη στιγμή, ο Άλαν ένοιωσε τη καρδιά του να χτυπά δυνατά καθώς άκουσε τη φωνή του Ντέρεκ να του φωνάζει.

«Άλαν! Εσύ είσαι;»

Σε λίγο, άκουσαν βήματα πάνω στην αναποδογυρισμένη άτρακτο και το πρόσωπο του μηχανικού εμφανίστηκε μέσα από τη σχισμή, πάνω από τα κεφάλια τους, «Γαμώ το κέρατό μου, Άλ! Νόμιζα πως ήσουν νεκρός! Ετοιμαζόμασταν να φύγουμε και τότε προσέξαμε το σήμα σου… Είσαι εντάξει;»

«Μια χαρά, Ντίκ. Ο Πουρνάρης, ο Ασημής και ο Περούκας είναι επίσης μαζί μου, συν άλλοι τέσσερις επιζώντες που καταφέραμε να σώσουμε. Είμαστε όλοι εντάξει!» Μπορούσε να ακούσει τις φωνές των φίλων του να ζητωκραυγάζουν καθώς ο Ντέρεκ επιβεβαίωσε πως υπήρχαν οχτώ επιζώντες ακόμη ζωντανοί. Τότε ήρθε το ερώτημα, πώς να τους βγάλουν από αυτή τη παγίδα θανάτου όπου ήταν εγκλωβισμένοι.

«Ντίκ, χρειάζομαι τη βοήθεια σου εδώ και τη χρειάζομαι αμέσως!» είπε ο Άλαν, «Αυτό το μέρος μπορεί να καταρρεύσει ή να τυλιχτεί στις φλόγες από στιγμή σε στιγμή.»

«Είμαι όλος αυτιά. Ποιο είναι το σχέδιο;»

«Θα δοκιμάσουμε να μετακινήσουμε αυτό το ρημάδι το δέντρο που έχει μπλοκάρει την πόρτα. Για να γίνει αυτό, θα χρειαστούμε το βίντσι του ελικοπτέρου για να αυτοσχεδιάσουμε ένα γερανό, χρησιμοποιώντας τις μπαταρίες για ρεύμα. Είναι εφικτό;» Ο Ντέρεκ έκανε ορισμένους νοητούς υπολογισμούς. Οι αριθμοί φαίνονταν εντάξει.

«Παιχνιδάκι,» είπε τελικά, «Ώρα για δουλειά!» Χρησιμοποιώντας τα εργαλεία από την εργαλειοθήκη του μηχανικού πτήσης που είχαν βρει, ο Άλαν άνοιξε έναν ηλεκτρικό πίνακα όπου υπήρχαν οι καλωδιώσεις για το μοτέρ του βιντσιού. Δίπλα του, ο Μακιούχαν άνοιξε ένα κουτί, όπου υπήρχαν οι βοηθητικές μπαταρίες του ελικοπτέρου. Ξεριζώνοντας κάποια καλώδια από το διαλυμένο πιλοτήριο, έφτιαξαν μια καινούργια ηλεκτρική παροχή μεταξύ των μπαταριών και του βιντσιού, παρακάμπτοντας την κατεστραμμένη γεννήτρια της μηχανής.

Ενώ οι άντρες δούλευαν υπό τη καθοδήγηση του Ντέρεκ να επανασυνδέσουν τις καλωδιώσεις, τα κουνέλια επίσης δούλευαν σκληρά σκάβοντας ένα χαράκωμα ασφαλείας γύρω από τον κουνελότοπο, όπως τους είχε συμβουλεύσει ο Άλαν. Υπήρχε μεγάλος κίνδυνος το ελικόπτερο να τυλιχθεί στις φλόγες από στιγμή σε στιγμή, οπότε ήταν σημαντικό να πάρουν ορισμένα μέτρα ασφαλείας προτού επιχειρήσουν τίποτα, αλλιώς θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια ανεξέλεγκτη πυρκαγιά.

«Να πάρει, η μπαταρία Α δείχνει μηδέν,» είπε ο Μακιούχαν, ακουμπώντας τα γυμνωμένα καλώδια που είχε ετοιμάσει στους πόλους της πρώτης μπαταρίας, η οποία όμως είχε διαλυθεί στη συντριβή, «Δοκιμάζω τη μπαταρία Β.» Η δεύτερη μπαταρία σπινθήρισε, δείχνοντας πως είχε ακόμα ισχύ. Έδωσε το οκέι στο Ντέρεκ.

«Εντάξει, μπορείτε τώρα να συνδέσετε το βίντσι στη μπαταρία,» τους είπε, «Αλλά προσέχετε όταν ενώνετε τα καλώδια, μην ακουμπήσει κανένα στο μέταλλο της ατράκτου. Εάν γίνει βραχυκύκλωμα, οι σπασμένες δεξαμενές καυσίμων θα λαμπαδιάσουν σαν δάδα.» Ο Άλαν προσπάθησε να μην το σκέφτεται αυτό το φρικτό ενδεχόμενο.

Η εργασία πήρε αρκετή ώρα κουραστικής δουλειάς. Κατά αυτή τη διάρκεια, οι πάντες δούλευαν ασταμάτητα, ενώ τους κυρίευε ο φόβος ότι θα γινόταν κάποιο μοιραίο λάθος και οι φίλοι τους, παγιδευμένοι εκεί κάτω, θα πέθαιναν ένα φρικτό θάνατο. Επιτέλους, το τελευταίο καλώδιο ήταν στη θέση του. Ο Άλαν ακούμπησε το χέρι του πάνω στο κουμπί που θα έβαζε σε λειτουργία το μοτέρ του βιντσιού. Η στιγμή της αλήθειας είχε έρθει.

Παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, γύρισε το διακόπτη στο 'χαμήλωσε'. Αντί για μια γιγαντιαία έκρηξη, άκουσαν τον ήχο του μοτέρ που έπαιρνε εμπρός κανονικότατα. Από έξω, το συρματόσκοινο του βιντσιού άρχισε να ξετυλίγεται από τον άξονα του σπιράλ του, όπως μια αράχνη που άπλωνε τον ιστό της.

«Λειτουργεί, Άλ! Όλα πάνε ρολόι!» φώναξε ο Ντέρεκ, μαζεύοντας το συρματόσκοινο και περνώντας το μέσα από ένα πρόχειρο βαρούλκο που είχε φτιάξει με κομμάτια από τα συντρίμμια. Αυτό το χρειαζόταν για να μπορέσουν να σηκώσουν ένα πεσμένο δέντρο με μονάχα ένα μικρό βίντσι, το οποίο προφανώς δεν ήταν φτιαγμένο να σηκώνει τέτοια μεγάλη βάρη. Ο ταλαντούχος μηχανολόγος μπορούσε να κατασκευάσει οτιδήποτε από κυριολεκτικά τίποτα εάν κάποιος του το ζητούσε.

Μετά από αρκετές προσπάθειες σωστού λάθους, όλα ήταν στη θέση τους. Τη μία άκρη του βαρούλκου την έδεσε στον κορμό ενός χοντρού δέντρου, το οποίο θα αποτελούσε το αντίβαρο. Η άλλη άκρη, όπου ήταν και ο γάντζος του συρματόσκοινου, την έδεσε γύρω από τον κορμό του πεσμένου δέντρου.

«Είμαστε έτοιμοι εδώ πάνω, Άλ!»

Στο υπέδαφος, ο Άλαν και η παρέα του, ανάμεσα τους ο Φρύνος και ο Φελόχορτος, οι οποίοι ήταν δεμένοι στα φορεία τους για να μπορούν να τους μετακινήσουν, ήταν επίσης πανέτοιμοι. «Ωραία, πες σε όλους να απομακρυνθούν από τη ζώνη κινδύνου. Και εσύ επίσης, Ντίκ!» Έδωσε στο φίλο του έναν φορητό ασύρματο, κρατώντας ο ίδιος τον δεύτερο για να μπορούν να επικοινωνούν εξ αποστάσεως, καθώς και έναν από τους πυροσβεστήρες του αεροσκάφους. Εάν το ελικόπτερο έδειχνε πως ήταν έτοιμο να τυλιχτεί στις φλόγες, θα μπορούσε να επέμβει προτού η φωτιά έβγαινε εκτός ελέγχου. Ο Μακιούχαν είχε τον δεύτερο πυροσβεστήρα έτοιμο από τη δικιά τους πλευρά.

«Εντάξει, είμαστε έτοιμοι εδώ πάνω,» είπε ο Ντέρεκ μέσα από τον ασύρματο, «Κάντο, Άλ!» Κάνοντας νόημα στους υπόλοιπους να κάνουν πίσω, ο Άλαν γύρισε το διακόπτη σε αντίστροφη λειτουργία, πήδηξε από το ελικόπτερο και τότε αυτός και οι σύντροφοί του κρύφτηκαν. Πάνω από τα κεφάλια τους, το συρματόσκοινο τεντώθηκε σφιχτά μέσα στο βαρούλκο, ασκώντας δύναμη…

Περίμεναν με ανυπομονησία, ελπίζοντας το αυτοσχέδιο μαραφέτι του Ντέρεκ να αντέξει. Τότε, ξαφνικά, το δέντρο κύλισε προς το πλάι μέχρι που έπεσε τελείως από πάνω από την άτρακτο του ελικοπτέρου. Η βίαια δόνηση έγινε αισθητή και κάτω από το έδαφος. Χώματα και πέτρες άρχισαν να πέφτουν πάλι, ο τώρα πια ασταθής κουνελότοπος έτοιμος να καταρρεύσει – όμως από κάποιο θαύμα, δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Μόλις η σκόνη είχε κατασταλάξει, ο Άλαν έτρεξε πάλι μέσα στο ελικόπτερο και, με μια κλωτσιά, την ξήλωσε εντελώς από τις ράγες της, αφήνοντας την να πέσει στο έδαφος.

Το φως της αυγής έλαμψε μέσα από την τρύπα στα βρώμικα πρόσωπα τους. Οι επιζώντες κοίταξαν τον ουρανό με ανακούφιση. Είχαν σωθεί! Όλοι τους, με εξαίρεση τον Φρύνο, ο οποίος, ανακάλυψαν, είχε πεθάνει από τα τραύματα του. Ο Πουρνάρης πίστευε πως μάλλον ήταν καλύτερα έτσι, αντί να περνούσε την υπόλοιπη ζωή του ως ένα ντροπιασμένο απόβλητο.

Ο Ντέρεκ και τα υπόλοιπα κουνέλια τους βοήθησαν να βγουν από την τρύπα, ζητωκραυγάζοντας που είχαν σωθεί. Ο Φιλόχορτος, ο οποίος ήταν αναίσθητος, έπρεπε να τον ανεβάσουν πάνω σε φορείο, οι υπόλοιποι ακολουθώντας από πίσω του. Ο Μακιούχαν καθυστέρησε ένα λεπτό για να πάρει δύο θήκες από το φορτίο του ελικοπτέρου, τις οποίες έδωσε πάνω στον Άλαν και τον Ντέρεκ προτού ανέβει και ο ίδιος. Η διάσωση είχε μόλις ολοκληρωθεί με επιτυχία όταν ξαφνικά το έδαφος άρχισε να κουνιέται πάλι. Ο κουνελότοπος κατέρρεε.

«Τρέξτε! Το μέρος θα εκραγεί!»

Έφυγαν τρέχοντας από τον κουνελότοπο. Ίσα-ίσα πρόλαβαν να απομακρυνθούν όταν το ελικόπτερο εξερράγη. Ολόκληρος ο κουνελότοπος και το περίγυρο δάσος τυλίχτηκαν στις φλόγες στη στιγμή. Η δύναμη της έκρηξης τους έριξε όλους στο έδαφος. Κοιτάζοντας πίσω τους, είδαν μια πύρινη κόλαση, με όλα τα φλεγόμενα δέντρα να καταρρέουν μέσα σε χαρακώματα που άνοιγαν στο έδαφος, καθώς τα λαγούμια του κουνελότοπου κάτω από τις ρίζες τους κατέρρευσαν σε μια καταστροφική αλυσιδωτή αντίδραση. Αλλά χάρη στο χαράκωμα που είχε δώσει εντολή ο Άλαν να σκάψουν περιόρισε τη πυρκαγιά, αποτρέποντας την από το να απλωθεί στο δάσος. Όμως όχι για πολύ.

Από τα βάθη της πυρκαγιάς, ακολούθησαν και άλλες εκρήξεις, καθώς οι δεξαμενές καυσίμων, φιάλες οξυγόνου και τα άλλα εύφλεκτα υλικά του φορτίου του ελικοπτέρου που είχαν αφήσει πίσω πήραν φωτιά, στέλνοντας φλεγόμενα συντρίμμια να πετάνε στον αέρα. Πολλά από αυτά έπεσαν στο γρασίδι, στην αφύλακτη πλευρά του χαρακώματος. Εάν οι φλόγες απλώνονταν, ολόκληρη η εξοχή θα γινόταν κάρβουνο και δεν θα μπορούσαν να κάνουν τίποτα να το εμποδίσουν.

Βλέποντας τον κίνδυνο, οι άνθρωποι άρπαξαν τους πυροσβεστήρες του ελικοπτέρου που ακόμη είχαν στη κατοχή τους και άρχισαν να λούζουν όλα τα συντρίμμια που έπεφταν με αφρό, δίνοντας μάχη να κρατήσουν τη φωτιά υπό έλεγχο. Φάνηκε σαν να πέρασε ολόκληρη αιωνιότητα μέχρι που οι φλόγες άρχισαν επιτέλους να υποχωρούν, αφήνοντας ένα θέαμα ολικής καταστροφής. Ο κουνελότοπος Σάντλεφορντ είχε αφανιστεί από προσώπου γης. Αλλά οι περισσότεροι κουνελοκάτοικοι του, τώρα πια πρόσφυγες χωρίς σπίτι, ήταν σώοι και αβλαβείς.

Με τον κίνδυνο να έχει περάσει, η ομάδα κουνελιών και ανθρώπων κάθισαν να ξεκουραστούν και να σκεφτούν το επόμενο βήμα τους. Συνολικά, έξι κουνέλια είχαν χάσει τη ζωή τους, συν άλλους εφτά αγνοούμενους. Από το πλήρωμα του ελικοπτέρου, μονάχα ο Μακιούχαν είχε επιζήσει, μην υπολογίζοντας και το αγνοούμενο τέταρτο μέλος του πληρώματος του που είχε πέσει από το ελικόπτερο. Παρότι οι πιθανότητες να έχει επιζήσει ήταν ελάχιστες, ήλπιζαν να τον βρουν και αυτόν αργότερα.

Όσο για τους ίδιους τους επιζώντες, εκτός από ορισμένους μικροτραυματισμούς, όλοι τους ήταν καλά στην υγεία τους. Μονάχα ο Φελόχορτος εξακολουθούσε να είναι σε κωματώδης κατάσταση, οπότε οι άνθρωποι συμφώνησαν να τον κουβαλάνε στο φορείο του σε δυάδες, ώσπου να συνέλθει. Ο Άλαν, ο Ντέρεκ και ο Ρόμπινς ήταν επίσης σώοι και αβλαβείς.

Ενώ έκαναν καταμέτρηση, οι άνθρωποι συστήθηκαν στα καινούργια μέλη της ομάδας τους: ο Δυόσπορος και ο Λευκαγκάθης, τα δίδυμα ξαδέλφια του Καμπανούλη, που ήταν στρατιώτες στην Άουσλα. Η Βιολέτα ήταν η αδελφή του Ασημή, καθώς και η κουνέλα του Καμπανούλη. Ο Βατόμουρος ήταν ένας κούνελος με ξεχωριστά μαύρα αυτιά και ο πρώην προσωπικός σύμβουλος του Θρέρα. Παρότι ήταν ένα αυστηρό και αυταρχικό κουνέλι, ήταν πολύ έξυπνος και ο Άλαν πίστευε πως κατά βάθος ήταν και πολύ φιλικός. Τελευταίος ήταν ο Βελανίδης, ένας ψηλός, λεπτός κούνελος και κολλητός του Δυόσπορου και του Λευκαγκάθη. Όλοι τους, παρατήρησε ο Άλαν, ήταν ακριβώς όπως τους περιέγραφε ο Άνταμς στο βιβλίο του, εμφανισιακά και τους χαρακτήρες τους.

Παρότι η μητρική τους γλώσσα ήταν φυσικά τα Λαπανικά, όλα τα κουνέλια μιλούσαν καλά Αγγλικά ή τη Γλώσσα της Εποχής της Μεγάλης Δημιουργίας όπως και την αποκαλούσαν. Σύμφωνα με τον Πικραλίδα, αυτή η γλώσσα ήταν μέρος των αρχαίων τους παραδόσεων που περνούσε από γενεά σε γενεά, η προέλευση της άγνωστη. Ότι και να ήταν, τουλάχιστον η επικοινωνία δεν θα ήταν πρόβλημα. Φυσικά, κάποια από το κουνέλια, όπως η Βιολέτα και ο Βατόμουρος, δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση να εμπιστευθούν το μέλλον τους σε αυτούς τους μυστηριώδεις ανθρώπους, οι οποίοι στα μάτια τους δεν ήταν παρά κοινοί ελίλ, η πλειοψηφία ήταν υπέρ. Το γεγονός ότι είχαν σώσει τον Πουρνάρη και τους άλλους από εκείνη την παγίδα θανάτου δεν γινόταν να το ξεχάσουν έτσι απλά.

Μετά, οι άνδρες εξέτασαν τον εξοπλισμό τους. Ο Ρόμπινς είχε επιστρέψει στο Τσέσνα και μάζεψε τον ελάχιστο εξοπλισμό τους: τα τρόφιμα που είχαν μαζέψει, τη σωστική σχεδία και τις φορητές φιάλες οξυγόνου του αεροπλάνου, και οτιδήποτε άλλο χρήσιμο μπορούσε να βρει. Ψίχουλα μπροστά σε αυτά που χρειάζονταν για το ταξίδι τους, αλλά τουλάχιστον ήταν καλύτερο από τίποτα. Οι ελλείψεις τους ωστόσο σύντομα αποδείχθηκαν άνευ ουσίας όταν είδαν τα πράγματα που είχε διασώσει ο Μακιούχαν από το ελικόπτερο του.

Το πρώτο πακέτο ήταν ένα ολοκληρωμένο κιτ επιβίωσης πολλαπλών χρήσεων των Βασιλικών Ειδικών Δυνάμεων, περιέχοντας όλα τα απαραίτητα είδη για κατάσταση επιβίωσης: φορητούς ασυρμάτους, φωτοβολίδες κινδύνου, φακούς, όργανα πλοήγησης, ένα κουτί με τσακμάκια, σύρμα-πριόνι, εργαλεία, αλουμινένιες κουβέρτες επιβίωσης, πόντσο, παγούρια, σύστημα περισυλλογής νερού, και έτοιμες μερίδες, αρκετές να τους κρατήσουν πέντε μέρες. Δεν είχαν κανένα είδους όπλου, εκτός από τις φωτοβολίδες, αλλά, εφόσον χρησιμοποιούσαν καλά την εφευρετικότητα τους σε οποιοδήποτε ενδεχόμενο, θα τα έβγαζαν πέρα.

Το δεύτερο πακέτο ήταν ο αληθινός θησαυρός. Ήταν το ιατρικό κουτί του ελικοπτέρου, που περιείχε μπόλικα φαρμακευτικά είδη, όπως αντισηπτικά, ηρεμιστικά, αντιβιοτικά, σύριγγες, ψαλίδια, λαβίδες, γάζες, επιδέσμους, καθώς και αναλυτικές οδηγίες χρήσεως. Συνολικά, είχαν όλα τα βασικά για να καλύψουν τις βασικές ανάγκες μιας ομάδας ανθρώπων απομονωμένοι σε αυτή την άγρια φύση. Μεταξύ των ανθρώπων και των κουνελιών συντρόφων τους, η μία ομάδα θα βοηθούσε την άλλη.

Το επόμενο βήμα ήταν να αποφασίσουν για τον προορισμό τους. Με τον κουνελότοπο κατεστραμμένο, έπρεπε να ξεκινήσουν το συντομότερο, προτού σκάσουν μύτη τα αρπακτικά. Ο Πουρνάρης είχε προτείνει να δοκιμάσουν το γειτονικό κουνελότοπο, τη Θηνιά, με την ελπίδα πως θα έβρισκαν καταφύγιο στον έρημο κουνελότοπο, που είχε εγκαταλειφτεί πριν χρόνια από την επιδημία της Λευκής Τύφλωσης. Όμως, ο Φουντούκης και οι άλλοι προτιμούσαν να ακολουθήσουν την κρίση του Άλαν.

Ο Άλαν φυσικά ήδη ήξερε ποιος θα έπρεπε να είναι ο προορισμός τους από το βιβλίο, ωστόσο, σαν αρχηγός αυτής της ασυνήθιστης ομάδας προσφύγων που υπήρξε ποτέ, δεν ήταν τόσο σίγουρος εάν έπρεπε να προχωρήσει με κάτι το οποίο ήταν, όπως λέει και ο λόγος, γραπτό να γίνει. Αλλά, όπως ο Θρέρα είχε πει, τώρα ήταν υπεύθυνος για αυτά τα κουνέλια και έτσι η απόφαση θα έπρεπε να είναι δική του. Λοιπόν, αφότου συμβουλεύτηκε τον Πενταράκι, του οποίου την κρίση εμπιστευόταν περισσότερο από οποιουδήποτε άλλου λόγω των αλάνθαστων οραμάτων του, μίλησε και στους υπόλοιπους συντρόφους του.

«Η απόφαση έχει παρθεί, παιδιά. Ο προορισμός μας είναι ο Λόφος του Γουότερσιπ!»

Μετά από μια σύντομη επικήδεια τελετή για αυτούς που είχαν σκοτωθεί στην καταστροφή, τα πτώματα των οποίων θα αναπαύονταν σε αιώνια ειρήνη θαμμένα μέσα στα ερείπια του κουνελότοπου, ήταν έτοιμοι να εγκαταλείψουν το Σαντλεφόρντ για τελευταία φορά. Ο Μακιούχαν πλησίασε τους δυο σταυρούς που είχαν φτιάξει από τα συντρίμμια του ελικοπτέρου όπου και κρέμασε τις στρατιωτικές ταυτότητες που είχε πάρει από τις σορούς των δυο νεκρών μελών του πληρώματος του. Ήταν έτοιμοι για αναχώρηση.

Έτσι, η ομάδα των δεκαπέντε κουνελιών και τεσσάρων ανθρώπων ξεκίνησαν το μακρινό ταξίδι τους μέσα σε μια άγνωστη εξοχή, ακολουθώντας τη γραπτή μοίρα τους στο αποκορύφωμά της.

Σημείωση από το συγγραφέα: Συγγνώμη για την καθυστέρηση, αλλά οι μεταφράσεις είναι εξαιρετικά δύσκολη δουλειά. Παρακαλώ αφήστε και κανένα σχόλιο!